ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκη Τρουλλινού*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το σύνθημα ήταν, «πάω το παιδί βόλτα», και μιλάει ο πατέρας. Το παρασύνθημα, «θα το φας το κεφάλι σου», και μιλάει η μητέρα. Στη μέση το μικρό κορίτσι. Η ιστορία πρέπει να άρχισε όταν ήμουν μόλις πέντε χρόνων και το μάθημα το έμαθα αμέσως απέξω κι ανακατωτά: έχωνα τα χεράκι στη χούφτα του πατέρα και, τριαλαρί, τριαλαρό, πηγαίναμε στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ. Εκεί στη γενέθλια πόλη, τα Χανιά. Παίρναμε τον στενό δρόμο για να βγούμε στην οδό Δασκαλογιάννη, στάση στο περίπτερο για τσιγάρα του πατέρα, για καλησπέρισμα στο καφενείο της γωνίας πριν τα Ποδηλατάδικα.

Ακολουθούσαμε τον δρόμο σύρριζα του Πρώτου Γυμνασίου Αρρένων και στρίβαμε προς την αγορά, μπροστά από το εργοστάσιο του Μαλινάκη, το παλιό Χασεκί Αχμέτ Αγά τζαμί. Από την Αγορά ο κεντρικός δρόμος οδηγούσε στην πλατεία των Νέων Καταστημάτων. Στο πλάι τα δημόσια ουρητήρια με την παράξενη γυναίκα που καθάριζε βρίζοντας τους άντρες, ο γιος της ο Τοτής, ο σαλός της μικρής μας πόλης. Δίπλα οι ρεκλάμες των κινηματογράφων.

Ενας άλλος κινηματογράφος σήμερα, κόσμος ολόκληρος, απέραντος κόσμος στα μάτια ενός παιδιού, κι εγώ η ηρωίδα. Και το καλύτερο; Δεν είμαστε μόνοι. Ανθρωποι ξετρυπώνουν από τους παράπλευρους δρόμους, κόσμος με τα καθαρά του ρούχα σαν να πηγαίνει σε γιορτή, χαμόγελα χάμω δεν πέφτουν. Κλείνω τα μάτια, πάνω από εξήντα χρόνια μετά, και ξέρω καλά σε ποιο τετράγωνο, σε ποιο οικοδόμημα, σε ποιο μπαλκόνι ήταν ανεβασμένοι οι κήρυκες.

Φοβόμουνα. Κι αν χάσω τον πατέρα μέσα σε τόσο πλήθος; Δεν μου ‘φτανε το χέρι, τραβούσα τώρα και το πανταλόνι του – το κεφάλι με το φιόγκο της μητέρας κολλημένο στο μακρύ του Πόδι. Ισως εκείνο που έκοψε η αρρώστια μετά. Κι όπως σε όλα τα ωραία παραμύθια, τα χέρια του με άρπαξαν και με σήκωσαν ψηλά. Τώρα όλα τα βλέπω. Κι ο φόβος φοβήθηκε και πέταξε πουλί γοργόφτερο. Οι ομιλητές παράξενοι, ο ένας κοντούλης, ή γινόταν ακόμα πιο κοντός στα μάτια όλων μας από τον γίγαντα που δίπλα του στεκόταν; Ο ένας άκουγε σε όνομα όλο λιακάδα, τόσος ήλιος, βρε παιδί μου, μαζεμένος, δικός του όλος, κι ο άλλος, ο γιγαντόσωμος, άνοιγε τα χέρια του, ατέλειωτα χέρια, δικός μας αυτός, λένε τριγύρω, από τον Κάτω Γαλατά.

Οταν τα χειροκροτήματα έλαβαν την εκδίκησή τους κι οι χωροφύλακες έστρεψαν τη πλάτη, πήραμε πίσω μπρος τον δρόμο κι ο πατέρας φαίνεται σαν να πετάει, η ευφορία στο σώμα του μετατρέπεται σε μεγάλα, θαρρετά βήματα. Εκείνες τις εκλογές του 1958 με αφήσανε ξύπνια ώς αργά. Το ραδιόφωνο στην κορφή της σκάλας έπαιζε, μιλούσε, αράδιαζε αριθμούς. Είχε ένα μάτι μεγάλο. Πάνω σε αδρό με ρόμβους μπεζ ύφασμα φώτιζε, πλάταινε και στένευε σαν χείμαρρος πράσινος, γλάρωσαν τα μάτια μου, με παίρνει ο ύπνος.

Ηρθαν χρόνια όμορφα και χρόνια δύσκολα, τον ψηλό άντρα από πίσω, σαν το μικρό που δεν ξεκόβει από την παραμάνα του: η πρώτη συναυλία του εντεκάχρονου κοριτσιού, Απόλλων Χανίων, οδός Αποκορώνου, 1964, το πρώτο σκασιαρχείο για μπάνιο στον Κάτω Γαλατά, ο σκαραβαίος του Φοίβου με τη Μαριώ και τη Μάρω (ο Φοίβος ήταν φυλακή) και η άνω τελεία στο «Περιγιάλι» του Σεφέρη, Αθήνα, Νομική, ο Μανώλης Φρ. περιφρούρηση στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Σόλωνος και μάθημα μουσικής, «Αλικαρνασσός Παρθένι, Ωρωπός, Κορυδαλλός» γήπεδο Καραϊσκάκη, να δεις που θα τον αλλάξουμε τον κόσμο, βλέπεις, Νίκη, δεν υπολογίσαμε καλά το κομμένο καλώδιο. Μόσχα, Λέσχη πολιτικών προσφύγων, Σαπουνόβα 7, «φεγγάρι, μάγια μου ‘κανες και περπατώ στα ξένα», και δώσ’ του του οι ζωές μας να κυλούν από χαρά σε πόνο και πάλι πίσω, σκέψου το πιο απίθανο: γυροφέρνουμε στην αμερικανική Δυτική Ακτή και το παιδί μου ουρλιάζει μπροστά στο βιβλιοπωλείο, ω, ναι ακόμα και αυτό μας συνέβη, τα ηχεία δυνατά, «η Κατερίνα και η Ζωή, τ’ Αντιγονάκι κι η Ζηνοβία…» και… και… ώρες πολλές για να τα πούμε.

Διέσχισες τον σουδιανό δρόμο για τον Γαλατά, εκατοντάδες χιλιάδες κορίτσια και αγόρια σε όλον τον κόσμο σε συνόδευσαν, κερδισμένες ζωές, Μίκη, κερδισμένες οι ζωές μας, φρόντισες άλλωστε να κρατήσεις την τελευταία κουβέντα δικιά σου… γιατί τίποτα δεν πάει χαμένο… ξέρεις Εσύ.

Πέμπτη 9 του Σεπτέμβρη.