Νομίζω πως ό,τι πιο κοντά διαθέτουμε σε Μεξικό είναι η Λάρισα. Κατέληξα ένα απόγευμα Σαββάτου που ήταν η πόλη έρημη. Οι κάτοικοι έχουν διακτινιστεί στα κοντινά επίνεια του θεσσαλικού κάμπου, Πλαταμώνας, Αγιόκαμπος, Τσάγεζι. Στο καφενείο «Τα άσπρα πουλιά» όμως, στο κέντρο της πόλης, κάθονται στη σειρά, έξω και δίχως ανεμιστήρα, πέντε ασπρομάλληδες ηλικιωμένοι με ανοιχτά πουκάμισα και κοντά παντελονάκια. Χωρίς σομπρέρο βέβαια κι έτσι παίρνω όρκο πως ο ένας κοιμάται. Οι άλλοι όμως υπομένουν τη ζέστη του θεσσαλικού κάμπου με θάρρος και παρρησία. Κουβεντιάζουν και γελάνε με μας τους Αθηναίους που είμαστε έτοιμοι να λιποθυμήσουμε. Μοιάζουν σαν απόκοσμα ξωτικά, σαν φύλακες άγγελοι της πόλης που άπλωσαν τα άσπρα τους φτερά στην καυτή άσφαλτο.
Φαντάζομαι πως στο ίδιο καφενείο θα πήγαιναν από μικροί, αφού μοιάζει ανέγγιχτο από τον χρόνο. Τότε που τα πόδια στα κοντά τους παντελονάκια ήταν γρήγορα και αεικίνητα. Μοιάζουν και τώρα πάντως σαν να μην έχουν συγκεκριμένη ηλικία. Σαν να ήταν αυτοί που κρατούσαν τα χέρια του Ιπποκράτη όταν πέθανε, σαν να έχτισαν το Φρούριο στο τάγμα του Οκταβιανού Αύγουστου, σαν να έζησαν στο Γενί Σεχίρ με τους Οθωμανούς, σαν να απελευθέρωσαν την πόλη από τους Γερμανούς κι από τότε μέχρι σήμερα, στο καφενείο «Τα άσπρα πουλιά», βλέπουν την πόλη να μεγαλώνει, να ακμάζει, να απλώνεται. Αρχοντες, πνεύματα και φρουροί του τόπου τους.
Τους φαντάζομαι πάνω στα άσπρα άλογα του συντοπίτη τους ζωγράφου Γιώργου Λαζόγκα ή στο πεζούλι της εκκλησιάς μέσα στα στάχυα μέσα από τον φακό του Τάκη Τλούπα ή στην πρώτη σειρά όταν έκανε πρεμιέρα το Θεσσαλικό στην «Ηλέκτρα» του Κώστα Τσιάνου. Ή μήπως δεν είναι αυτοί που κάθονται στις δροσερές αυλές, με τα σκιερά χαγιάτια, στους παλιούς μαχαλάδες στον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν» του Καραγάτση;
Τους χαιρετάω. Καταλαβαινόμαστε. Αφήνω «τα άσπρα πουλιά» με τα χαμηλωμένα φτερά στην ησυχία τους. Ολα τα πουλιά δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Δεν φεύγουν από την πόλη τους, ακόμα κι αν ο υδράργυρος δείχνει 40 βαθμούς Κελσίου.
