Καχυποψία: η αίσθηση ότι πίσω από κάθε ενέργεια του άλλου υποκρύπτονται ύποπτες προθέσεις. Σήμερα όπου σταθείς και όπου βρεθείς ακούς απορίες, ψιθύρους για σκοτεινά σχέδια, ερμηνείες μπλεγμένες με υστερόβουλα κίνητρα, ιστορίες γκρίζων συναλλαγών… Ενα τοξικό κλίμα που διαβρώνει τον τόπο, καθώς όλο και περισσότεροι πιστεύουν ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και όλα φαίνονται όπως κάποιοι θα ήθελαν να είναι.
Η καχυποψία, που είναι αλληλένδετη με την εμπιστοσύνη, συντηρείται και φουντώνει κάθε φορά που η ζωή έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα που θέλουν να εμφανίσουν οι ηγεσίες και επιβεβαιώνεται κάθε φορά που οι φαινομενικά «αθώες» και «ακίνδυνες» δηλώσεις των ηγετών του αποδεικνύονται προάγγελοι ανείπωτων δεινών και αθέλητων βασάνων. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων έχει πάψει να πιστεύει αυτά που ακούει και ψάχνει σε κάθε κόμμα και σε κάθε τελεία να βρει υπόγειες διεργασίες και ανομολόγητες επιδιώξεις.
Στις πυρκαγιές αναζητά σχέδια για αιολικά και τουριστικά πάρκα. Στις πολιτικές για τον κορονοϊό προσπαθεί να ανακαλύψει υπόγειες μεθοδεύσεις που αποσκοπούν στο να φέρουν οι ισχυροί τις ζωές των ανθρώπων στα μέτρα τους. Στην «ψηφιακή διακυβέρνηση» ψάχνει για παρεμβάσεις που αποσκοπούν στον έλεγχο της ιδιωτικότητας. Στην πολεοδομική, χωροταξική και δασική πολιτική ιχνηλατεί υπόγειες διαδρομές που εξυπηρετούν… συμφέροντα. Στην πολιτική για την απασχόληση προσπαθεί να ανακαλύψει σχέδια απαξίωσης της εργασίας. Στα μέτρα για την παιδεία εντοπίζει μπίζνες πλαν. Ακόμα και τους χειρισμούς των εθνικών θεμάτων τους αξιολογεί έχοντας κατά νου κρυφές συμφωνίες και δεσμεύσεις, που θα αποκαλυφθούν τον κατάλληλο χρόνο.
Αν προσπαθήσει κάποιος να αποστασιοποιηθεί από τη λαίμαργη καθημερινότητα ώστε να την κρίνει από την απόσταση του παρατηρητή, τότε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο τόπος έχει χωριστεί σ’ αυτούς που κερδίζουν με την υποστήριξη του πολιτικού συστήματος και σ’ εκείνους που πληρώνουν τα κέρδη. Θα διαπιστώσει επίσης τη συστηματική προσπάθεια που καταβάλλουν οι ηγεσίες να χειραγωγήσουν την κρίση, φυλακίζοντας τον χρόνο στο «τώρα». Απαλείφουν κρίσιμα γεγονότα από την ατομική και συλλογική μνήμη ώστε να προσαρμόσουν το χθες στο αφήγημά τους. Κατασκευάζουν κάλπικα διλήμματα που απομακρύνουν το μυαλό από τα πραγματικά προβλήματα. Διακινούν ερμηνείες για να ερμηνεύσουν το χθες και το σήμερα, που αλλοιώνουν την κρίση και επηρεάζουν την αξιολόγηση και την αποτίμηση. Και δυστυχώς τις περισσότερες φορές το πετυχαίνουν.
Αλήθεια πόσοι πλέον θυμούνται ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι σημερινοί «εταίροι» Γερμανοί ήταν οι δυνάστες της Ευρώπης; Πόσοι θυμούνται τις συζητήσεις του Γιωργάκη με τον Στρος Καν πολύ πριν από το Καστελόριζο; Πόσοι θυμούνται τα Ζάππεια; Πόσοι θυμούνται τον κ. Βενιζέλο να ανακοινώνει τον φόρο έκτακτης ανάγκης στα ακίνητα; Πόσοι θυμούνται το σύνθημα: «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη»; Πόσοι θυμούνται τους λεονταρισμούς, την αγιοποίηση των «επενδυτών», τους ετήσιους ρυθμούς ανάπτυξης 4%, την ευέλικτη ολιγομελή κυβέρνηση, τις καλοπληρωμένες δουλειές που θα πρόσφεραν με τη σέσουλα οι πολυδιαφημιζόμενοι σωτήρες;
Οι περισσότεροι, όμηροι μιας βάρβαρης καθημερινότητας, προσπαθούν να βρουν τη δύναμη να προχωρήσουν, ανακαλώντας όσο το δυνατόν πιο αραιά τα επώδυνα κομμάτια της μνήμης και αποφεύγοντας να θέσουν «δυσάρεστα» ερωτήματα σχετικά με τις ευθύνες και τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει -εξ ονόματός τους- οι ηγέτες τους. Για το πολιτικό σύστημα είναι προτιμότερο οι άνθρωποι να ασχολούνται με υπερτονισμένα διλήμματα και διαιρέσεις-μαϊμού, από το να θυμούνται ότι η ζωή τους, η δουλειά τους και το μέλλον τους έχουν «φυλακιστεί» σε μερικές κόλλες χαρτί και έχουν σφραγιστεί με… υπογραφές. Ομως μπορεί με τα παιχνίδια κρίσης και μνήμης το πολιτικό σύστημα να εξασφαλίζει προσωρινά τη σιωπή του ατομικισμού, αλλά σύντομα θα διαπιστώσει ότι δεν αρκούν για να εξαλείψουν -ή να περιορίσουν- την καχυποψία.
Σήμερα ο τόπος βρίσκεται στη δίνη ενός «συνδρόμου καχυποψίας», που είναι σε έξαρση τα τελευταία έντεκα χρόνια. Στον κ. Μητσοτάκη δεν μπορούμε να αποδώσουμε την ευθύνη για την εμφάνιση του συνδρόμου. Εκείνο όμως που μπορούμε να του καταλογίσουμε είναι την αφροσύνη και την αλαζονεία να αγνοεί τους κινδύνους από τις ανήκεστες βλάβες οι οποίες μπορεί να προκληθούν από τη διογκούμενη αμφισβήτηση που προκαλεί η κλιμακούμενη καχυποψία.
Η εμμονική προσπάθειά του να κατασκευάζει εικονικές πραγματικότητες. Η υπερφίαλη εμπιστοσύνη στις υποτιθέμενες ικανότητες να παραπλανά για πολύ τους πολλούς. Η αμετροέπεια που επιδεικνύει όταν απευθύνεται στους πολίτες. Η έπαρση… Ολα αυτά και κάποια ακόμα που χαρακτηρίζουν τη διακυβέρνησή του επιταχύνουν τα δεινά που προκαλεί η συνεχώς διευρυνόμενη κρίση αξιοπιστίας και οδηγούν σε επώδυνα και επαχθή για τους περισσότερους αδιέξοδα.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
