Μια άλλη διάσταση του πόσο «ευνοήθηκε» η μεσαία τάξη από τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη αυξάνοντας τις αποταμιεύσεις της εν μέσω πανδημίας, όπως διατείνονται κυβερνητικά στελέχη, φέρνει στη δημοσιότητα το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ.
Σύμφωνα με την αξιοποίηση των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ από το ΙΝΕ, εκτιμάται ότι μόλις το 37% του συνόλου των νοικοκυριών και το 9% των φτωχών νοικοκυριών κατάφερε να αποταμιεύσει το 2020, ενώ το 43% του συνόλου των νοικοκυριών θα έπρεπε να έχει δανειστεί, είτε να έχει ξοδέψει τις όποιες αποταμιεύσεις για να συντηρήσει το επίπεδο διαβίωσης των μελών τους. Φυσικά το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο στα φτωχά νοικοκυριά, στα οποία ανέρχεται στο 67%.
«Η πανδημική κρίση επιδείνωσε τα ήδη συμπιεσμένα από την πολύχρονη κρίση εισοδήματα» επισημαίνουν οι συντάκτες του Δελτίου. «Η δυσκολία κάλυψης των δαπανών διαβίωσης δεν αφορά μόνο τα φτωχά νοικοκυριά, αλλά περίπου το 1/3 του συνόλου των νοικοκυριών».
Μάλιστα η δεύτερη μεγαλύτερη δαπάνη τόσο των φτωχών όσο και του συνόλου των νοικοκυριών είναι η καταβολή τόκων για μη ενυπόθηκα δάνεια. Οι οφειλέτες δανείζονται για να μπορέσουν να πληρώσουν και το δάνειο προς τις τράπεζες. Σύμφωνα δε με έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ την οποία επικαλείται το ΙΝΕ, το 47% των πολιτών που έχουν λάβει δάνεια από το τραπεζικό σύστημα δηλώνει ότι δανείστηκε για να καλύψει τις δαπάνες διαβίωσης.
Η ανασφάλεια για μια «δύσκολη στιγμή» γίνεται βραχνάς για όλο και περισσότερα νοικοκυριά, καθώς περισσότερα από 1 στα 3 νοικοκυριά δεν είχε πόρους να στηρίξει το επίπεδο διαβίωσής του σε περίπτωση που θα έμενε χωρίς εισόδημα. Οσο για τα νοικοκυριά που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τη διαβίωσή τους για έναν χρόνο, δεν υπερβαίνουν ούτε το 8% του συνόλου των νοικοκυριών.
