Ενα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Μίκη Θεοδωράκη, επίτευγμα που είμαι σίγουρος πως κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει, είναι το γεγονός πως κατάφερε μέσα από τη μουσική και τα τραγούδια του να κάνει κτήμα ενός ευρύτερου ακροατηρίου έναν μεγάλο αριθμό ποιημάτων της ελληνικής (αλλά και παγκόσμιας) παραγωγής. Ο λαϊκός ήχος, το μπουζούκι, η φωνή του Μπιθικώτση θα συναντηθούν με μια ποίηση που εκτείνεται από τον στρατευμένο στίχο μέχρι τους πειραματισμούς του μοντερνισμού. Ο τρόπος αυτός έδωσε στα ίδια τα ποιήματα λαϊκό βάθος και μετέτρεψε τη συχνά μοναχική ποιητική φωνή σε συλλογική.
Εργα ποιητικά ή λογοτεχνικά παραδείγματα, που από τη φύση τους έμοιαζαν καταδικασμένα να απευθύνονται σε έναν μικρό αριθμό μυημένων, άνοιξαν ως κοινό κτήμα. Πόσο περίεργη μπορεί να μοιάζει σήμερα η εικόνα ενός οικοδόμου ή ενός ταξιτζή της εποχής να τραγουδάει στίχους που οι αυστηροί φιλόλογοι θα κατέτασσαν στον συμβολισμό, την καθαρή ποίηση ή τον σουρεαλισμό;Και όχι απλώς να τους τραγουδάει αλλά να τους βιώνει και να προσφεύγει σε αυτούς με τη συγκίνησή του. Το επίτευγμα αυτό (του Θεοδωράκη αλλά και όσων ακολούθησαν το παράδειγμά του) είναι μάλλον μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία της ποίησης όσο και της μουσικής και τόσο καταλυτικό ώστε να χαρακτηρίζει μια ολόκληρη περίοδο της ελληνικής Ιστορίας όσο και ένα μέρος της νεοελληνικής κουλτούρας μέχρι και σήμερα.
Το πείραμα του συνθέτη να δώσει την ποίηση στον λαό μπορεί να κριθεί ως κάτι περισσότερο από πετυχημένο. Δεν υπάρχει τίποτα το αρνητικό να προσάψεις σε αυτό το κατόρθωμα. Τι συμβαίνει όμως από εκεί και πέρα; Πώς η συνθήκη αυτή επηρέασε την ποίηση; Τι ρόλο έπαιξε τις επόμενες δεκαετίες και εντελώς ανεξάρτητα από τις προθέσεις του δημιουργού;
Μια πρώτη παράλληλη απώλεια είναι το γεγονός πως είναι σχεδόν αδύνατο να διαβάσεις τα μελοποιημένα ποιήματα. Ο καθένας μπορεί να το αντιληφθεί διαβάζοντας π.χ. το «Αξιον Εστί». Ενώ το πρώτο και το τρίτο μέρος δεν υποχωρούν στην ανάγνωση, το δεύτερο μέρος στις μελοποιημένες στιγμές του σχεδόν αποκολλάται από την ανάγνωση και τραγουδάει τον εαυτό του. Είναι που τα μελοποιημένα ποιήματα αποκτούν τη δική τους αυτοτέλεια και τον δικό τους τρόπο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Σεφέρης, ο οποίος ενώ αρχικά (όπως φαίνεται στην αλληλογραφία του) είχε αρνητική στάση όταν άκουσε τη μελοποίηση των ποιημάτων του (…στην «Αρνηση» η έλλειψη μιας συγκοπής πριν από το «λάθος» κάνει βλακώδη την τελευταία στροφή, έγραφε), στη συνέχεια (σύμφωνα με τον Θεοδωράκη) έκανε σαν μικρό παιδί όταν άκουγε μια παρέα στην Πλάκα να τραγουδάει τους στίχους του.
Και πόσο ενδεικτικό είναι πως τελικά το πλήθος που συνόδευε το φέρετρο στην κηδεία του Σεφέρη τον αποχαιρετούσε με αυτόν τον «λάθος» στίχο του. Είναι που τα ποιήματα είχανε αποκτήσει πια μια δική τους ζωή, ανεξάρτητη από τον ποιητή, μεγαλύτερη από αυτήν του ποιητή, ανεξάρτητη από τον συνθέτη ακόμα και έγιναν απολύτως νόμιμο κτήμα του κόσμου.
Οι συγκεκριμένες μελοποιήσεις και τα συγκεκριμένα ποιήματα που επιλέχθηκαν από τον Θεοδωράκη καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό αυτό που ο κόσμος αναγνωρίζει ως μεγάλη ποίηση. Βάζοντας έτσι όρια στους ποιητές τού σήμερα τα οποία ίσως να μην μπορέσουν να υπερπηδήσουν ποτέ. Γιατί προς το παρόν μια ποίηση πληθυντική δεν θα μπορούσε να βρει αντιστοιχία με ένα συλλογικό όραμα (όπως π.χ. Αλβανία, Αντίσταση, Εμφύλιος, αντίσταση στη χούντα) ή μια συλλογική ήττα.
Οι δεκαετίες της πλαδαρής Μεταπολίτευσης μάς κληροδότησαν στίχους κριτικούς (όταν αυτοί είναι πολιτικοί), προσωπικούς ή ποιητικά αφηρημένους. Μια ποίηση (με λίγες εξαιρέσεις) μακριά από το συλλογικό βίωμα που δεν μπορεί να αγγίξει μια συλλογική μουσική.
Ο κόσμος σήμερα μπορεί να τραγουδάει ακόμα την ποίηση (αφού τραγουδάει τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι και τόσους ακόμη) αλλά σίγουρα δεν διαβάζει την ποίηση που γράφεται. Η συλλογική διαδικασία του ακούσματος μοιάζει να επιβλήθηκε κόντρα στη μοναχική –και πιο απαιτητική- διαδικασία της ανάγνωσης. Ταυτόχρονα η μελοποίηση ποιημάτων (ειδικά σύγχρονων) μειώθηκε δραστικά. Η ποίηση ξαναγύρισε στα μικρά της ακροατήρια και η μουσική στη στιχουργική της.
Αλλά αυτό δεν είναι κριτική -πόσο μάλλον μομφή-, είναι περισσότερο η περιγραφή μιας αφετηρίας. Γιατί η συμβολική στιγμή του θανάτου του Μίκη Θεοδωράκη είναι μια στιγμή αναστοχασμού, μια στιγμή κατά την οποία η ελληνική τέχνη στο σύνολό της οφείλει να εξετάσει τον εαυτό της από την αρχή. Και αν με τον θάνατο του Θεοδωράκη η ελληνική μουσική θρηνεί, με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό θρηνεί και η ποίηση.
