Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η διακομματική συναίνεση στην ανάληψη υπουργείων που συντονίζουν θέματα καθαρά εθνικού ενδιαφέροντος είναι μια αντίληψη η οποία προϋποθέτει προχωρημένη πολιτική ωριμότητα και ανυπόκριτη εθνική συνείδηση. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στη χώρα όπου, κατά τον Αγγελο Βλάχο, ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα, το σχετικό εγχείρημα απέτυχε παταγωδώς καταλήγοντας σε καταγέλαστο φιάσκο.
Κατ’ αρχάς το νεοσύστατο υπουργείο το οποίο υποτίθεται θα συντονίζει την αντιμετώπιση πυρκαγιών, πλημμυρών, σεισμών και καταποντισμών ουσιαστικά συστήνεται για να υπάρχει ένα εξιλαστήριο υπουργείο για τις ανευθυνότητες όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, τόσο στο να θεσμοθετήσουν νόμους και κυρώσεις που να αποτρέπουν τις πυρκαγιές, όσο και στο να εξοπλιστούν με πυροσβεστικά μέσα και προσωπικό για να τις αντιμετωπίζουν.
Επίσης, και για την αμέλεια και αδιαφορία των κυβερνήσεων να υλοποιήσουν όλα εκείνα τα έργα υποδομής που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τις συνακόλουθες καταστροφικές πλημμύρες. Στην ουσία και στον απόηχο των πρόσφατων καταστροφών, συστήθηκε ένα εκ προοιμίου «κενό» υπουργείο, χωρίς μέσα και δυνατότητες και το οποίο μάλλον και κανείς δεν το ήθελε. Ετσι, και στο πλαίσιο της δήθεν κομματικής συναίνεσης, αποφασίστηκε να «προσφερθεί» σε ένα στέλεχος εμφανώς προσκείμενο στην αντιπολίτευση.
Εξάλλου, μου είναι αφάνταστα δύσκολο να δεχτώ ότι, με τόσα λαμπρά στελέχη, η κυβέρνηση δεν μπορούσε να επιλέξει κάποιον τεχνοκράτη κατάλληλο για την αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών. Ακόμα όμως και εάν θεωρούσε ότι για τη δουλειά αυτή χρειάζεται κάποιον που να προέρχεται από τον -υποτιθέμενα ακομμάτιστο- χώρο των ενόπλων δυνάμεων, εκεί είναι που διαθέτει άφθονο φιλοκυβερνητικό προσωπικό, χωρίς να χρειάζεται υποκριτικά να καταφύγει στον πρώην υπασπιστή των Τσοχατζόπουλου και Παπαντωνίου.
Η ουσία όμως της όλης υποκριτικής σκέψης έγκειται στο γεγονός ότι, όχι μόνο στην Ελλάδα των έντονων πολιτικών διχασμών, αλλά και παγκοσμίως, εάν ένα υπουργείο πρέπει οπωσδήποτε και απαρέγκλιτα να τυγχάνει υπερκομματικής αντιμετώπισης και συνεπακόλουθης κομματικής συναίνεσης, αυτό δεν είναι άλλο από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας. Είναι το μοναδικό υπουργείο στο οποίο οι κομματικές προτιμήσεις θεσμικά οφείλουν να εξαλείφονται. Οι ένοπλες δυνάμεις είναι ένας θεσμός των οποίων ο ρόλος και το έργο δεν επιδέχονται κανενός τύπου πολιτικές ερμηνείες.
Είναι η μονοδιάστατη προάσπιση των εθνικών κεκτημένων. Και είναι άκρατη υποκρισία όταν οι κυβερνήσεις παραδοσιακά τοποθετούν στο υπουργείο αυτό διακεκριμένα κομματικά τους στελέχη να διακωμωδούν τους θεσμούς επιδιώκοντας υπερβάσεις και αναζητώντας κομματική συναίνεση σε ένα νεοσύστατο υπουργείο, αγνώστων προδιαγραφών, που θα ασχολείται με τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες. Αναμφίβολα και οι φυσικές καταστροφές απαιτούν σοβαρή αντιμετώπιση, δεν ξεκινάς όμως την αντιμετώπισή τους από τον υπουργό.
Τόσο το Πυροσβεστικό Σώμα όσο και τα εναέρια μέσα πυρόσβεσης δεν χρειάζονται κανέναν υπουργό για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά. Γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τη δουλειά τους και εκείνο που τους λείπει είναι τα χρήματα τόσο για σύγχρονο εξοπλισμό όσο και για την πρόσληψη πολύ περισσότερου ανθρώπινου δυναμικού. Ο υπουργός μπορεί να έρθει μετά – ή και καθόλου. Ας επιχειρήσει λοιπόν η κυβέρνηση, στον επόμενο ανασχηματισμό, μια εξωκοινοβουλευτική και υπερκομματική υπέρβαση στον ευαίσθητο χώρο των ενόπλων δυνάμεων, για να πείσει ότι όντως αυτό επιδίωκε και στο εν λόγω νέο υπουργείο.
Τέλος, και επειδή τον ναύαρχο Αποστολάκη τον γνωρίζω και υπηρεσιακά και προσωπικά, θέλω να πιστεύω ότι, μετά την αποστρατεία του, έπεσε θύμα πολιτικάντικων χειρισμών και κομματικών σκοπιμοτήτων, ανάξιων του θεσμού του αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού, τον οποίο τόσο καλά υπηρέτησε.
*Αντιναύαρχος, επίτιμος αρχηγός ΓΕΝ
