Στόχοι κατασκοπείας είχαν πέσει τουλάχιστον πέντε υπουργοί στη Γαλλία κι ένας διπλωμάτη της γαλλικής προεδρίας, καθώς στα τηλέφωνά τους εντοπίστηκε το ισραηλινής κατασκευής κατασκοπευτικό λογισμικό Pegasus, σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα της Mediapart και επιβεβαιώθηκαν από δύο πηγές της έρευνας.
Σύμφωνα με την ιστοσελίδα, τα τηλέφωνα προσβλήθηκαν το 2019 και 2020 και εμφάνισαν ίχνη του λογισμικού που έχει αναπτυχθεί από την ισραηλινή εταιρεία NSO κατά την διάρκεια ελέγχων των γαλλικών υπηρεσιών ασφαλείας.
Οι πέντε υπουργοί είναι ο Ζαν-Μισέλ Μπλανκέ (Παιδείας), η Ζακλίν Γκουρό (Εδαφικής Συνοχής, υπουργείο Εσωτερικών), Ζυλιέν Ντεναρμαντί (Γεωργίας από το 2020, Πόλης και Στέγης προηγουμένως), Εμανουέλ Ουαργκόν (Στέγης, Οικολογικής Μετάβασης προηγουμένως) και Σεμπαστιέν Λεκορνύ (Υπερπόντιων Εδαφών).
Ο δε διπλωμάτης ανήκει στη διπλωμαιτκή υπηρεσία του Μεγάρου των Ηλυσίων και συνεργάζεται για διεθνή θέματα με τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν.
Οι αποκαλύψεις για το λογισμικό Pegasus έγιναν στις 18 Ιουλίου, από μια κοινοπραξία 17 διεθνών μέσων ενημέρωσης, προκαλώντας αναταράξεις διεθνώς.
Τότε μάλιστα είχει γίνει γνωστό ότι στη λίστα πιθανών στόχων του Pegasus βρισκόταν και ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος λίγες μέρες αργότερα άλλαξε τηλεφωνική συσκευή και αριθμό.
Το κατασκοπευτικό λογισμικό είχε διεισδύσει στα τηλέφωνα 180 δημοσιογράφων, 600 πολιτικών, 85 ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και 65 διευθυντών επιχειρήσεων σε διάφορες χώρες.
Σύμφωνα με παλιότερο δημοσίευμα του Guardian στη λίστα που διέρρευσε με τα κινητά, περιλαμβάνονται οι αριθμοί συνολικά 14 αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο πρόεδρος της Νότιας Αφρικής, Σίριλ Ραμαφόζα, ο Πακιστανός πρωθυπουργός, Ιμράν Καν, αλλά και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ. Επίσης περιλαμβάνοται διπλωμάτες, στρατιωτικοί αξιωματούχοι και άλλοι σημαντικοί πολιτικοί από 34 χώρες.
Το Μαρόκο έχει κατηγορηθεί ότι χρησιμοποίησε το λογισμικό, γεγονός που διαψεύδει η Ραμπάτ κάνοντας λόγο για «ισχυρισμούς ψευδείς και αβάσιμους» και πυροδοτώντας δικαστικές έρευνες στην Γαλλία, την Ισπανία και την Γερμανία.
