ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Αγαθός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ας μου συγχωρεθεί ο βιωματικός τόνος αυτού του κειμένου, το οποίο είναι αφιερωμένο σε έναν άνθρωπο που πολύ αγάπησα, την Γκέλυ Μαυροπούλου, πρωταγωνίστρια του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, μεταφράστρια και συγγραφέα του αυτοβιογραφικού βιβλίου «Οσα δεν είπαμε τότε…» (1999). Η Γκέλυ έφυγε από τη ζωή στις 19 Ιουλίου 2021, πριν από περίπου σαράντα μέρες, οπότε, κατά κάποιον τρόπο, αυτό το κείμενο επέχει θέση μνημοσύνου.

Θρησκευτικό μνημόσυνο, εξ όσων γνωρίζω, δεν θα πραγματοποιηθεί, καθώς η Μαυροπούλου αποτεφρώθηκε στη Ριτσώνα, σύμφωνα με προσωπική της επιθυμία, την οποία κατόρθωσε να υλοποιήσει ο φίλος της Σπύρος Μπιμπίλας, πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, ύστερα από εισαγγελική παρέμβαση. Στο «θρίλερ» της αποτέφρωσης της ηθοποιού, άλλωστε, επικεντρώθηκαν τα έντυπα και ηλεκτρονικά δημοσιεύματα που της αφιερώθηκαν, καθώς και στη σκληρή μοναξιά της των τελευταίων χρόνων, στην οποία η ίδια είχε αναφερθεί σε παλαιότερη συνέντευξή της –και, όπως εύστοχα είχε γράψει στο συγκινητικό κείμενό της η Μαριάννα Τζιαντζή («Το σκυλάκι της Γκέλυς», «Εφ.Συν.», 27 Ιουλίου 2021), «τη συνέντευξη όπου έλεγε το παράπονό της δεν τη φιλοξένησε κάποια έγκριτη εφημερίδα ή κάποια “σοβαρή” πολιτιστική τηλεοπτική εκπομπή», αλλά η λαϊκή εφημερίδα «Espresso».

Και όμως, η Γκέλυ Μαυροπούλου, κόρη δύο επίσης σπουδαίων ηθοποιών, του Αγγελου Μαυρόπουλου και της Μαρίκας Κρεβατά, είχε στον χώρο του ελληνικού θεάματος μεγάλη και πολύχρονη σταδιοδρομία στην οποία ελάχιστοι –και ελάχιστα– αναφέρθηκαν. Ο «πρίγκιψ» του ελληνικού τραγουδιού Τόλης Βοσκόπουλος –ο οποίος για ένα διάστημα υπήρξε συγγενής της, όταν εκείνος ήταν παντρεμένος με τη Στέλλα Στρατηγού και εκείνη με τον Στέφανο Στρατηγό– πέθανε την ίδια μέρα, με αποτέλεσμα να τραβήξει πάνω του τους προβολείς της δημοσιότητας και να αφήσει περιορισμένο χώρο για μιαν εκλεκτική και εκτός νόρμας πρωταγωνίστρια που είχε αρκετές «πρωτιές» στη σαραντάχρονη καλλιτεχνική πορεία της: η Γκέλυ Μαυροπούλου πρώτη χόρεψε ροκ εν ρολ στον ελληνικό κινηματογράφο (το 1957, στη θρυλική «Θεία από το Σικάγο» του Αλέκου Σακελλάριου, μαζί με τον Θεόδωρο Δημήτριεφ), πρώτη από τις κινηματογραφικές σταρ της γενιάς της (της περίφημης γενιάς της Αλίκης Βουγιουκλάκη και της Τζένης Καρέζη) έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επίδαυρο (αυτόν της Αθηνάς στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, σε παράσταση του Εθνικού Θεάτρου σκηνοθετημένη από τον Δημήτρη Ροντήρη, το 1959), πρώτη από τους καθιερωμένους πρωταγωνιστές σημείωσε μεγάλη επιτυχία στην τηλεόραση (ερμηνεύοντας, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, τη Χριστίνα Ψάχου, την ηρωίδα της πολυσυζητημένης σειράς των Νίκου Φώσκολου-Κώστα Κουτσομύτη «Ο άγνωστος πόλεμος», πλάι στον Αγγελο Αντωνόπουλο), πρώτη από τους επώνυμους Ελληνες ηθοποιούς τόλμησε να εμφανιστεί γυμνή επί σκηνής (το 1979, στην τολμηρή «επιθεώρηση εξαθλίωσης» της Μαριέττας Ριάλδη «Ωχ!»).

Ελάχιστες ουσιαστικές αναφορές έγιναν στο γεγονός ότι η Γκέλυ Μαυροπούλου σε πολύ νεαρή ηλικία ερμήνευσε τη Δυσδαιμόνα στον «Οθέλο» του Σέξπιρ (1956, θέατρο Κοτοπούλη-Ρεξ), με συμπρωταγωνιστές τον Μάνο Κατράκη και τον Δημήτρη Μυράτ, τη Ρεγγίνα στους «Βρικόλακες» του Ιψεν (1958, Εθνικό Θέατρο), στο πλευρό της Κατίνας Παξινού και του Αλέξη Μινωτή, και την Ελενα στα «Οργισμένα νιάτα» του Οσμπορν, πλάι στον Δημήτρη Παπαμιχαήλ (1960, Εθνικό Θέατρο, σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού). Ούτε έγινε ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι υπήρξε συμπρωταγωνίστρια του Δημήτρη Χορν το 1968-1969 στο θέατρο Βρετάνια (στον «Δον Ζουάν» του Μολιέρου και στην «Καλή καρδιά της Ελεωνόρας», που είχε γράψει και σκηνοθετήσει ο ίδιος ο Χορν), στους προσωπικούς θιάσους που η ίδια συγκρότησε (ανεβάζοντας από Ζορζ Φεντό και Βαλεντίν Κατάγεφ μέχρι Νίκο Τσιφόρο και Κώστα Μουρσελά, ακόμη και τις «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέφσκι) ή στην πολύχρονη συνεργασία της με το Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά (που της έδωσε πρωταγωνιστικούς ρόλους στην «Ερυθρά νήσο» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, στο «Κατ’ οίκον εργασία» του Φραντς Ξαβιέ Κρετς και στους «Παραθεριστές» του Μαξίμ Γκόρκι, πλάι στον Βασίλη Διαμαντόπουλο και τον Πέτρο Φυσσούν).

Οι όποιες αναφορές στην κινηματογραφική της καριέρα περιορίστηκαν στην –πράγματι εξαιρετική– ερμηνεία της ως πανούργας συζύγου του Ντίνου Ηλιόπουλου στην ωραία κωμωδία του Γιάννη Δαλιανίδη «Η κυρία του κυρίου» (1962), ενώ σχεδόν καθόλου δεν έγινε λόγος για την άνεση με την οποία περνούσε από το ένα κινηματογραφικό είδος στο άλλο, από την κλασική κωμωδία «Η ωραία των Αθηνών» του Νίκου Τσιφόρου (1954, ως κορίτσι του Μίμη Φωτόπουλου και αντικείμενο του πόθου του Βασίλη Αυλωνίτη) και τη γλυκόπικρη ηθογραφία «Ο Φανούρης και το σόι του» του Δημήτρη Ιωαννόπουλου (1957) ώς το φιλμ νουάρ «Εγκλημα στο Κολωνάκι» του Τζανή Αλιφέρη (1960, ως «θετική» ηρωίδα και βοηθός του Ανδρέα Μπάρκουλη στην εξιχνίαση του φόνου), το μελόδραμα του Κώστα Καραγιάννη «Ο δρόμος με τα κόκκινα φώτα» (1963, ως πόρνη της Τρούμπας) και το κατοχικό δράμα του Τάκη Βουγιουκλάκη «Οι γενναίοι πεθαίνουν δυο φορές» (1973).

Και η τηλεοπτική της σταδιοδρομία δεν ήταν, βέβαια, μόνο ο «Αγνωστος πόλεμος», αλλά και το «Εν τούτω νίκα» (1973, ως Αγία Ελένη), τα «Αρραβωνιάσματα» (1983) και το «Καίτη Γκρέι: Σαν παραμύθι» (1995) του Κώστα Φέρρη, που, δυστυχώς, δεν ολοκληρώθηκε και δεν μεταδόθηκε και που η ίδια το αγάπησε πολύ.

Δεν τη θυμήθηκαν, έστω με μια δήλωση, την Γκέλυ Μαυροπούλου ούτε το υπουργείο Πολιτισμού ούτε το Εθνικό Θέατρο –του οποίου υπήρξε πρωταγωνιστικό στέλεχος επί δώδεκα χρόνια, την περίοδο 1957-1961 και την περίοδο 1984-1992–, και, με την εξαίρεση του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε τα πολιτικά κόμματα ούτε καν το ΚΙΝ.ΑΛΛ. – για την ιστορία, αναφέρω ότι η πρωταγωνίστρια μεταπολιτευτικά είχε πολιτική δράση στο ΠΑΣΟΚ, ήταν μεταξύ αυτών που υποδέχτηκαν τον Ανδρέα Παπανδρέου στο αεροδρόμιο του Ελληνικού κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1974 και στις εκλογές του 1989-1990 ήταν υποψήφια βουλευτής Α’ Αθηνών. Και τα τηλεοπτικά κανάλια, που επί δεκαετίες μεταδίδουν αρκετές από τις ταινίες της και εισπράττουν από τις διαφημίσεις, αφιέρωσαν ελάχιστο τηλεοπτικό χρόνο στην είδηση του θανάτου της.

Την Γκέλυ Μαυροπούλου, ευτυχώς, τη θυμάται ακόμα ο κόσμος που την αγάπησε μέσα από τη δουλειά της και τη στάση ζωής της. Ωρα της καλή.

* Επίκουρος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, Τμήμα Φιλολογίας ΕΚΠΑ