«Η Λα Λόμπα τραγουδάει πάνω από τα κόκαλα που έχει συλλέξει. Τραγουδάει και χρησιμοποιεί τη φωνή της ψυχής. Καθώς ρέουν οι νότες με την ανάσα της, φανερώνει την αληθινή της δύναμη και την αληθινή της ανάγκη, εμψυχώνει το ον που πάσχει ή που χρειάζεται αποκατάσταση»**
Και ποια είναι η Λα Λόμπα;
«Μοναδική δουλειά της είναι να συλλέγει οστά. Συλλέγει και συντηρεί ό,τι κινδυνεύει με εξαφάνιση. Η σπηλιά της είναι γεμάτη κόκαλα από όλων των ειδών τα πλάσματα της ερήμου, οστά του ελαφιού, του κροταλία, του κορακιού. Και ειδικά της λύκαινας»***.
Αυτή που αναδύεται από τις αιωνιότητες των αιωνιοτήτων για να τραγουδήσει πάνω από τα κόκαλα, εκεί όπου σμίγουν φθαρτό με άφθαρτο, δεν είναι άλλη από την «Παλαιά», το αρχέτυπο της άγριας γυναίκας, το πλάσμα εκείνο που κραδαίνει μέσα στο τρίπτυχο Ζωή-Θάνατος-Ζωή.
Πολυπρόσωπη και πολυώνυμη μέσα στις ιστορίες που παραθέτει η Μεξικανή cantadora (φύλακας ιστοριών) και γιουνγκιανή ψυχαναλύτρια Estés στο βιβλίο της «Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους», εδρεύει στον πυρήνα, στο ίδιο το άδυτο της γυναικείας αδάμαστης φύσης. Στην γιουνγκιανή ψυχολογία, το ον που ζει στον πυρήνα λογίζεται αυθύπαρκτο ον.
Το επίθετο «άγρια» δεν παραπέμπει εδώ σε ένα πλάσμα βάρβαρο ή αχαλίνωτο –όπου ενδεχομένως θα παραπέμψει η συνειρμική του σύγχρονου νου– μα σε ένα πλάσμα σοφό, ολοζώντανο και φυσικό σαν την αναπνοή. Και εάν τρέφει ιδιαίτερη αδυναμία για τα οστά της λύκαινας, είναι γιατί οι δυο τους μοιράζονται πολλά κοινά. Έχοντας ζήσει με λύκους, η Estés επικυρώνει βιωματικά αυτό που γνωρίζει διαισθητικά: όταν νεκρανασταίνεται η τετράποδη συγγένισσα, νεκρανασταίνεται η άγρια γυναίκα.
Το έργο της Estes φτάνει στα χέρια μας σε ένα ακριβέστατο timing, την ώρα που ίδιες οι εξελίξεις, με τις τόσες ανά τον κόσμο γυναικοκτονίες και φυσικές καταστροφές, όχι μόνο καταρρίπτουν το οποιοδήποτε αφήγημα περί σεβασμού της θηλυκής αρχής, αλλά φτάνουν έως και να εκδηλώνουν μίσος εναντίον της. Δεν πρόκειται βέβαια για κάτι καινούργιο, αλλά για ένα παρατεταμένο έγκλημα που στοίχησε πολύ ακριβά στην ανθρωπότητα και στον πλανήτη και δυστυχώς, δεν είναι λίγες και οι γυναίκες που συνυπέγραψαν την έκβαση αυτή.
Με την ίδια ιερότητα που η Παλαιά συλλέγει τα οστά, έτσι και η Estés ανασκαλεύει τις ιστορίες της, παραμερίζοντας τις νοθεύσεις που με το πέρασμα των χρόνων υπέστησαν για να φτάσει στον σκελετό τους και από εκεί να ακομπανιάρει την Άγρια στο βαθύ της τραγούδι. Ώσπου να διεγερθούν οι φυλαγμένες μέσα στα οστά κομβικές πληροφορίες και… να!… σαν ν’ αναπάλλεται μέσα από το cante jondo το βαθύ θήλυ, το πλάσμα εκείνο που φέρει μέσα του εγγενώς τη γνώση της Φύσης.
Εάν αυτό το συγκεκριμένο πλάσμα ανασυγκροτηθεί και αυτοϊαθεί, εάν καλπάσει προς την Παλαιά στον πυρήνα, θέτοντας τέλος οριστικό στην hambra del alma, την ψυχική λιμοκτονία που καραδοκεί μακριά της, εάν αποκωδικοποιήσει το ακριβοπληρωμένο τίμημα –και γι’ αυτό το ακριβό δώρο, το φυλαγμένο γι’ αυτήν από τις τολμηρές αδελφές της που δεν ξεπούλησαν, για κανένα αντάλλαγμα, το σφρίγος της πηγαίας και ανυπόκριτης ζωής στον πυρήνα– τότε ίσως, την ώρα τούτη, που ο πλανήτης εκπέμπει σήμα κινδύνου και η παθογένεια των σύγχρονων κοινωνιών μυρίζει αποφορά, βρεθεί αντίδοτο πάνω στην κρίσιμη καμπή όπου διακυβεύονται τα ιερά και τα όσια της Ζωής.
Το εξόριστο αυτό, μέσα στους αιώνες, πλάσμα, η Άγρια Γυναίκα, είναι αυτό που δονείται στο μύχιο τραγούδι και επιστρέφει. Δική της επικράτεια δεν είναι η η διανοητικότητα και οι εγκεφαλικότητες, είναι το πνεύμα. Δεν είναι η επιφάνεια, είναι το βάθος. Είναι η διαίσθηση, τα ακονισμένα ένστικτα, η διόραση, η ενόραση, οι φυσικοί κύκλοι, τα δόντια που βγάζει για να προστατεύσει τα μικρά και τον εαυτό της, η κυτταρική γνώση του τι πρέπει να ζήσει, τι να πεθάνει και τι να αναστηθεί.
Βρίσκεται, πανάρχαιη, μέσα στις σπηλιές, στις μήτρες της γης, όπου κάποτε ιερουργούσε. Προϋπήρχε του σοφού γέροντα των ουρανών που ήρθε να την πετάξει έξω απ’ το σπίτι και από την ίδια τη φύση της και να την κάψει, σαν μάγισσα στην πυρά από ένα θολό στερέωμα στριμωγμένο μες στη στενοκαρδία και τον φόβο των «εκλεκτών» του.
Είναι αυτή που ακόμα ακούει την εσωτερική της φωνή, βουτά με άγρια χαρά στις θάλασσες, τρέχει αναμαλλιασμένη στα δάση, στολίζεται με πυγολαμπίδες, δημιουργεί, εξεγείρεται, αληθινά αγαπάει. Είναι αυτή που ακόμα αντιμετωπίζεται με την αμηχανία της ίδιας της της οικογένειας, του περίγυρου και της κοινωνίας, μα πάνω από όλα αυτή που, σαν τη συγγένισσά της τη λύκαινα, αντέχει.
Η Παλαιά που τραγουδά πάνω απ’ τα κόκαλα είναι η αρχή και το τέλος διασταυρωμένα στο Κέντρο της γυναικείας πορείας εξατομίκευσης και οι ιστορίες που παραθέτει η Estés ο χάρτης των σταθμών της. Ένα εχέγγυο για να μην είναι πια αφελής, μα σαν το λαγωνικό να οσμίζεται τους κινδύνους και τις παγίδες που θα της στήσουν οι διώκτες της, είτε είναι άλλοι, είτε ο ίδιος ο εαυτός της, είτε είναι νόρμες και υπαγορευμένοι έξωθεν ρόλοι, είτε το μέσα της αρπαχτικό που καιροφυλαχτεί, και αυτό, να την απομυζήσει. «Είμαι 17 ουλών στη μάχη», έτσι μετρά η Estés την ιστορία και την ηλικία της.
«Γιατί τα χαρακτηριστικά της σοφής γυναίκας να είναι τόσο σημαντικά για τη νέα και γιατί η σοφία και η ζωτικότητα της νέας να είναι τόσο σημαντικές για τη γεροντότερη; Μαζί συμβολίζουν δύο ουσιαστικές πλευρές που εντοπίζονται στην ψυχή κάθε γυναίκας μεμονωμένα• γιατί η ψυχή της γυναίκας χάνεται στα βάθη του χρόνου και το πνεύμα της είναι αιώνια νέο… αυτά τα δύο μαζί συνθέτουν το «‘να είσαι νια ενώ γερνάς, γριά όσο είσαι νέα’». ****
*(Clarissa Pinkola Estes, «Γυναίκες που τρέχουν με τους λύκους», εκδόσεις Κέλευθος)
**** Clarissa Pinkola Estes, «Ο χορός των μεγάλων μητέρων», εκδόσεις Κέλευθος.
