Ο Ανέστης Βλάχος, που πέθανε χθες στα 87 του στον «Ευαγγελισμό» όπου νοσηλευόταν αντιμετωπίζοντας καιρό τώρα σοβαρά προβλήματα υγείας, ανήκε σε εκείνη την ομάδα ηθοποιών του παλαιού ελληνικού σινεμά για τους οποίους η επιτυχία και η αναγνωρισιμότητα είχαν ένα κόστος: καταχωρίστηκαν στη συλλογική μνήμη σε ρόλους «κακών» και εγκλωβίστηκαν σε αυτούς σε μια αλυσιδωτή διαδοχή που δεν τους επέτρεπε εύκολα να αποδείξουν το εύρος της ερμηνευτικής τους γκάμας, καμιά φορά ούτε και τη γλυκύτητα του χαρακτήρα τους.
Τέτοιες περιπτώσεις υπήρχαν αρκετές, με πιο γνωστές βέβαια τον καλό ηθοποιό Ανέστη Βλάχο και τους επίσης εξαιρετικούς Αρτέμη Μάτσα, Σπύρο Καλογήρου, Δήμο Σταρένιο, Τασσώ Καββαδία.
Η ζωή του Ανέστη Βλάχου ξεκίνησε με δυσκολίες και μεγάλη ανέχεια. Γεννήθηκε στην Προσοτσάνη της Δράμας τον Φεβρουάριο του 1934 σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια που είχε τη δική της μικροϊστορία: Ο παππούς του, ο Φίλιππος, ήταν Μακεδονομάχος (σύνδεσμος του Παύλου Μελά) και ο πατέρας του, ο Ηρακλής, είχε σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο το 1940.
Ο νεαρός Ανέστης ήρθε στην Αθήνα το 1946. Σπούδασε σινεμά στην Ανωτέρα Σχολή Κινηματογράφου-Θεάτρου Σταυράκου, με συμμαθητή μάλιστα ανάμεσα σε άλλους τον Κώστα Καζάκο.
Για να τα βγάζει πέρα ο ίδιος δούλευε σε οικοδομή, όπου ένα εργατικό ατύχημα (χτύπησε σε ένα καρφί) έγινε αιτία να χάσει το μάτι του. Δεν μπορούσε καν να ανταποκριθεί στα νοσήλια. Ετσι, το νοσοκομείο πληρώθηκε από την Ελλη Λαμπέτη και τον Δημήτρη Χορν που τον φιλοξένησαν και στο σπίτι τους μέχρι να αναρρώσει.
Το 1954 έκανε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση στην ταινία «Μαγική Πόλις» του Νίκου Κούνδουρου και ακολούθησαν δευτεραγωνιστικοί αλλά χαρακτηριστικοί ρόλοι σε πλήθος ταινιών, μεταξύ των οποίων «Ο Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου (1955), «Το κορίτσι με τα μαύρα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1956), «Η κατάρα της μάνας» του Βασίλη Γεωργιάδη (1961), «Το σπίτι της ηδονής» του Γιώργου Ζερβουλάκου (1961), «Μικρές Αφροδίτες» του Νίκου Κούνδουρου (1963), «Η Κύπρος στις φλόγες» του Ερρίκου Θαλασσινού (1964), η «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου (1964).
Σημαντική στιγμή της καριέρας του ήταν ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στο ψυχολογικό θρίλερ του Κώστα Μανουσάκη «Ο Φόβος» (1965), ταινία που γνώρισε επιτυχία και εκτός Ελλάδας. Εκτοτε στη συνείδηση του κοινού καταχωρίστηκε σε ρόλους «κακού» παρότι στις 200 ταινίες της καριέρας του δεν υποδύθηκε μόνο τέτοιους χαρακτήρες.
Ο Ανέστης Βλάχος κέρδισε τιμητικές διακρίσεις στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1966 και το 1974, για τις ερμηνείες του στις ταινίες «Με τη Λάμψη στα Μάτια» του Πάνου Γλυκοφρύδη και «Κιέριον» του Δήμου Θέου, αντίστοιχα.
Στο θέατρο έκανε σποραδικότερες εμφανίσεις. Πρωτοεμφανίστηκε το 1963 με το έργο του Σαρτρ «Νεκροί Χωρίς Τάφο» στο «Κυκλικό Θέατρο» του Λεωνίδα Τριβιζά. Στη συνέχεια έπαιξε σε κωμωδίες του Νίκου Τσιφόρου, καθώς και σε επιθεωρήσεις.
Ο Ανέστης Βλάχος είχε ασχοληθεί ενεργά και με την πολιτική, ή μάλλον με το ΠΑΣΟΚ, από τη δεκαετία του ’70. Ηταν μάλιστα ιδρυτής της πρώτης τοπικής του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα, συνιδρυτής της πρώτης κλαδικής των ηθοποιών, υποψήφιος βουλευτής το 1977 στη Β’ Αθηνών και εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων με τον Δημήτρη Μπέη (1978).
Ας θυμηθούμε όμως και μερικούς από τους συναδέλφους του που πέρασαν στην ιστορία του παλιού ελληνικού σινεμά ως «κακοί» και αυτοί:
Ο Αρτέμης Μάτσας (1930-2003) είχε απαντήσει κάποτε: «Παίζω τόσο καλά τον καταδότη για να κάνω τον κόσμο να μισήσει τους καταδότες». Δικαίως. γιατί η αληθινή ιστορία της ζωής του ήταν το εντελώς αντίθετο απ’ ό,τι ενσάρκωσε στο σινεμά.
Ο ηθοποιός που έγινε γνωστός από τους ρόλους του δωσίλογου και του μαυραγορίτη ήταν εβραϊκής καταγωγής, μ’ έναν πατέρα που συνελήφθη από ναζί και δεν επέστρεψε ποτέ από το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Ο ίδιος και τα δυο αδέλφια του πέρασαν δύσκολα παιδικά χρόνια και λίγο έλειψε να πεθάνουν από την πείνα και τις κακουχίες της Κατοχής… Κι όμως, στα χρόνια της κινηματογραφικής του επιτυχίας έφαγε τουλάχιστον δυο φορές ξύλο στον δρόμο από θεατές που δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τον ηθοποιό από τον ρόλο! «Δεν υπάρχει περίπτωση να περάσω από τη Φωκίωνος Νέγρη –εκεί κοντά μένω– και να μη μου φωνάξουν “προδότη”, “ρουφιάνε”, “τσιφούτη”», έλεγε ο ίδιος. Τι απίστευτη αντιστροφή της πραγματικότητας, αν σκεφτούμε μάλιστα πως το όνομα «Αρτέμης Μάτσας» ήταν για χρόνια βρισιά συνώνυμη του προδότη!
Πόσοι γνώριζαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, όταν η Τασσώ Καββαδία (1921-2010) ήταν η απόλυτη «κακιά» του σινεμά, πως ήταν επίσης μία δεινή μεταφράστρια (μετέφρασε πάνω από 100 βιβλία, με προτίμηση στις αστυνομικές ιστορίες και τα SAS του Gérard de Villiers) και μία εξαιρετικά καλλιεργημένη ηθοποιός που είχε σπουδάσει πιάνο στην Αθήνα, ζωγραφική και διακόσμηση στο Παρίσι, σκηνογραφία και ενδυματολογία κοντά στον Γιάννη Τσαρούχη και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης κοντά στον Κάρολο Κουν; Κι όχι μόνον αυτά. Από το 1954 ώς το 1967 εργάστηκε στο ραδιόφωνο ως παραγωγός και από το 1955 ώς το 1969 σε εφημερίδες και περιοδικά ως συντάκτρια του ελεύθερου και καλλιτεχνικού ρεπορτάζ. Κι όμως, το βλοσυρό παρουσιαστικό της έκανε τους περισσότερους να την ανακαλούν κυρίως ως την καταπιεστική μητέρα και την ύπουλη φιλοχρήματη αδελφή (του Αλεξανδράκη).
Ο Σπύρος Καλογήρου (1922-2009) ήταν ένας πραγματικά γλυκύτατος χαρακτήρας που όμως ταυτίστηκε κι αυτός με τον ρόλο του κακού στη μεγάλη οθόνη. Αυτό όμως ήταν τόσο κόντρα στην ψυχοσύνθεσή του που κυκλοφορούσαν διάφορες ανεκδοτολογικές ιστορίες, όπως π.χ. ότι στην περίφημη σκηνή με τον Νίκο Κούρκουλο στη «Λόλα» όπου μάχονταν μεταξύ τους με τις κάμες, ήταν αδύνατον στον Καλογήρου να υποδυθεί ότι μαχαιρώνει τον καλό του φίλο. Ηταν άλλωστε κατεξοχήν ένας άνθρωπος ευσυγκίνητος, ρομαντικός και τρυφερός. Εγραφε ποιήματα από τα εφηβικά του χρόνια, όταν ακόμα με το θέατρο ασχολούνταν ερασιτεχνικά, μέχρι που κάποιος σκηνοθέτης τον παρότρυνε να γραφτεί στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου.
Τότε άλλαξε η πορεία της ζωής του και ήρθαν οι ρόλοι στη μεγάλη οθόνη. Ο ίδιος υποστήριζε ότι στην Κατοχή υπήρξε σαλταδόρος, μαυραγορίτης, έμπορος λαθραίων τσιγάρων και λωποδύτης, χωρίς ποτέ κανείς να διακρίνει αν χαριτολογούσε ή όχι. Και ήταν φυσικά αιωνίως ερωτευμένος, όχι με την Αλίκη Βουγιουκλάκη βέβαια, όπως το ήθελαν πολλοί από τους ρόλους του, αλλά με τη σύζυγό του, ηθοποιό Ευαγγελία Σαμιωτάκη, που έζησαν αρμονικά μαζί για περισσότερα από 50 χρόνια μέχρι τον θάνατό του.
Ο «φίλος» των Γερμανών, ο «δωσίλογος», ο «μαυραγορίτης» και μετέπειτα περίφημος «Γερο-λαδάς» στην τηλεοπτική μεταφορά του αριστουργήματος του Καζαντζάκη «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», Δήμος Σταρένιος (1909-1983), ήταν στην πραγματικότητα ένας ιδεολόγος και συνεπής κομμουνιστής, μέλος του ΕΑΜ, με αγώνες και μάχες στο ενεργητικό του κι αργότερα μέλος του ΚΚΕ. Ελληνας της Αιγύπτου είχε έρθει στην Ελλάδα αποκλειστικά για να σπουδάσει υποκριτική.
Οι πολιτικές διώξεις που υπέστη μέχρι και από τη χούντα των συνταγματαρχών επηρέασαν την επαγγελματική του σταδιοδρομία, αλλά κι εκείνος παρέμεινε συνεπής και δεν έκρυψε ποτέ τα πολιτικά του «πιστεύω». Κι όμως, ενώ είχε υποφέρει για τις πεποιθήσεις του, έμεινε στην ιστορία του σινεμά για την περιβόητη ατάκα (από την ταινία «Η Χαραυγή της Νίκης») «Μας αγαπάνε οι Γερμανοί, σαν φίλοι ήρθανε»!
