ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ με πιάνει παρακολουθώντας χρόνια τώρα τις ανακοινώσεις της εκάστοτε κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης στις διάφορες εναλλαγές τους, αλλά –για να μην τους αδικήσω– και των αριστερών, δεξιών και αμφιδέξιων κομπάρσων και εκκολαπτόμενων πρωταγωνιστών της πολιτικής σκηνής. Θυμίζουν την πιο απογοητευτική και στείρα εκδοχή των φοιτητικών αμφιθεάτρων. Παντελής έλλειψη φλέγματος, έμπνευσης και κοινού νου. Παρακμή χωρίς πάτο. Απουσιάζει ολωσδιόλου και η απειροελάχιστη αίσθηση χιούμορ. Κι αναλογίζομαι πως τέτοιες μέρες του 1901 αναχώρησε διά παντός για τα επουράνια σκώμματα μία απ’ τις κορυφαίες σατιρικές πένες μας.
Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ, διότι αναμφιβόλως περί του ιδιοφυούς Κεφαλονίτη πρόκειται, δέχτηκε κάποτε ρεγάλο από κογιοναδόρο γείτονα μια καλαθούνα με κέρατα κριαριού μαζί με κάρτα που ’γραφε: «Στη γιορτή σου». Καθότι ευγενής, άδειασε τα κέρατα, γέμισε το καλάθι με τα πιο μυρωδάτα φθινοπωρινά άνθη του κήπου του και το επέστρεψε στον αποστολέα με την απάντηση: «Δωρίζει κανείς ό,τι διαθέτει εν αφθονία». Ούτε με θάλασσες οινόπνευμα δεν πιάνουν το πνεύμα του τα κόμματά μας. Ιδού χαρακτηριστικοί στίχοι του στο επτανησιακό ιδίωμα:
ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ Ερωτα, αν θες να τα ’χομε καλά/ στο σπίτι μου να μη ματαπατήσεις./ Αι! που στο λέω· κι αν θέλεις να με αφήσεις/ αναπαμένον, πάει πολύ καλά.// Εγώ, μ’ έκαψε η πρώτη κουμπαριά/ κι αν εσύ τώρα δεν αποφασίσεις/ να πας στο Διάολο και να μη γυρίσεις·/ θα ’ρτομε καμιά μέρα στα χοντρά.// Για δαύτο να με λείπεις κουμπαρόπουλο/ μη σου μαδήσω ευκείνες τση φτερούγες/ και σε κάμω να σκούζεις σα γαλόπουλο// και να τρέχεις κουτσόφτερο ’ς τση ρούγες.// Κ’ ευκείνες τση σαΐτες οπού φέρεις/ σου τση βάνω όλες μάτσο εκεί που ξέρεις.
ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ Σεπτή μου Υποκρισία, Δέσποινά μου,/ με συντριβή μου σού φιλώ το χέρι/ και σου προσφέρω τα σεβάσματά μου./ Ποι’ άλλη αρετή καλύτερά σου ξέρει// να κερδίζει τσ’ ανθρώπους εδώ χάμου;/ Ο κόσμος σε λατρεύει, σε γεραίρει/ κι εγώ κλίνω σ’ εσέ τα γόνατά μου/ και σε γυρεύω για οδηγό μου αστέρι./ Φτιάσε μου σοβαρό το πρόσωπό μου/ δώσ’ μου ύφος πειστικό και όψη οσία/ για να μπορώ κι εγώ στο ποίμνιό μου/ να εξασκώ την τόση σου μαγεία./ Κι έτσι να ’ν’ και για εμέ τον φτωχόν γέροντα/ του κόσμου τα καλά και τα συμφέροντα.
ΕΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ, τέλος, αντίδωρο στην έξαρση της έμφυλης βίας: Εικόνα αγαπητή της γυναικός μου/ τώρα έλα καν εσύ στη συντροφιά μου/ κατοίκα πάντα μέσα στην καρδιά μου/ και φύλα με οχ’ τση πλάνεσες του κόσμου.// Εσύ για εμέ Προστάτης Αγγελός μου/ άμεμπτα φύλαε τα πατήματά μου/ και προτού σκοτισθούν τα λογικά μου/ πρόλαβε, τρέξε εσύ και λάμψε εμπρός μου.// Ναι, το φως σου ξυπνάει την αρετή μου/ και πιστόνε σ’ εσένα με βασταίνει/ γιατί τόσο σ’ αισθάνομαι δική μου// τόσο με την ψυχή μου ζυμωμένη/ που δεν ηξέρω πλέον στη διαλογή μου/ πώς να σε πω: γυναίκα μου ή ψυχή μου.
