Ο καλλιτέχνης, λένε, προηγείται, πάντοτε του ψυχαναλυτή, καθώς η αυτόνομη φύση της δημιουργικής ώθησης είναι κάτι που λειτουργεί εκτός της συνείδησης. Για την ακρίβεια -σύμφωνα με τον Καρλ Γιουνγκ-, τα καλλιτεχνικά έργα συνδέουν το συνειδητό με το ασυνείδητο και γίνονται μέσα έκφρασης ενδόμυχων ψυχικών αναγκών, επιθυμιών και φόβων, διαστάσεις που ίσως να μην μπορούμε καν να αναγνωρίσουμε, δίχως την απαραίτητη απόσταση και την κατάλληλη διασταύρωση καθαρών βλεμμάτων πάνω στην τέχνη του ασυνειδήτου.
Πώς θα αποκωδικοποιούσε άραγε κάποιος την Ελλάδα μέσα από τους στίχους και τις νότες των τραγωδιών της; Πώς βλέπει τους Ελληνες και τους τρόπους έκφρασης των χαρών και των οδυνών τους, την ελληνική νοοτροπία και το αθηναϊκό αστικό τοπίο ένας δημιουργός από τη Λιόν, που έχει επιλέξει τα τελευταία χρόνια να ξυπνά κάθε μέρα στο Μεταξουργείο;
Ο Ρεμί Καβά, o Γάλλος συνθέτης και ερμηνευτής, που εγκατέλειψε οικειοθελώς τον οικείο χώρο του, για να δημιουργήσει νέους χώρους τέχνης σε μια δεύτερη πατρίδα, γίνεται «οδηγός» μας σε ένα ταξίδι θέασης της ελληνικής ψυχοσύνθεσης μέσα από τα μάτια του «καλλιτεχνικού ξένου», που βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία με τον τόπο μας μέσα από την τέχνη του.
« Τα ελληνικά τραγούδια μιλούν για τον έρωτα με έναν δραματικό τρόπο που εμπεριέχει οδύνη, πόσο “πίνω για σένα”, “γιατί με άφησε”, “πρέπει να μεθύσω”, σε αντίθεση με τα γαλλικά τραγούδια που αντιμετωπίζουν τον άλλον ως κάποιον “υπέροχο”, δηλαδή με τρόπο που εμπεριέχει τη σαγήνη. Στη Γαλλία, ο έρωτας είναι πιο μετρημένος, ενώ στην Ελλάδα… υπάρχει μια διαρκής ανάγκη για εκδήλωση ενός δράματος», διαπιστώνει.
Ο Ρεμί, πτυχιούχος μουσικολογίας του πανεπιστημίου Lyon 2, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 2008. Αφορμή, ο έρωτάς του για μια Ελληνίδα και το πρόγραμμα Erasmus. Λίγο αργότερα, δημιούργησε μαζί με 3 Ελληνες μουσικούς το συγκρότημα «Les enfants de Pigalle» «Τα παιδιά του Πιγκάλ» -εμπνεόμενοι από «Τα παιδιά του Πειραιά» του Χατζιδάκι. Mε μουσικές καταβολές από Σερζ Γκενσμπούρ, Ζορζ Μπρασένς και Μπορίς Βιαν και ξεκάθαρη μουσική έλξη για τους Φοίβο Δεληβοριά, Σωκράτη Μάλαμα και Θανάση Παπακωνσταντίνου, πρότεινε πριν από λίγους μήνες τη δική του γαλλική εκδοχή για τη «Σερενάτα» της Αρλέτας, τριάντα έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία του τραγουδιού. Περιηγείται, ωστόσο, σε όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού, ανακαλύπτει διαρκώς αλήθειες στις ξένες λέξεις και μας τις μεταφέρει. «Αν συγκρίνουμε το γαλλικό με το ελληνικό τραγούδι, διαπιστώνουμε πως οι ελληνικοί στίχοι είναι μέσα στην αρρενωπότητα, γίνεται δηλαδή μια επίδειξη ελέγχου και δύναμης, τύπου “εγώ θα σου δείξω”, “εγώ θα σου πω”, “εγώ θα σου κάνω”! Αυτό δεν το παρατηρούμε στο γαλλικό τραγούδι. Στους ελληνικούς στίχους, συνήθως ο άντρας προδίδεται από τη γυναίκα και τελικά ο μάτσο – ισχυρός Ελληνας φτάνει στο τέλος να λέει “πεθαίνω για σένα”. Παράλληλα, οι Ελληνες άντρες στην ηλικία μου θεωρούν ντροπή το να συντηρούν ένα σπίτι, ενώ στη Γαλλία είμαστε περήφανοι να είμαστε αυτόνομοι, να κάνουμε όλες τις οικιακές δουλειές και να νιώθουμε ανεξάρτητοι από την ηλικία των 18 ετών», καταλήγει, ενώ αναφέρεται και στον ισχυρό δεσμό των Ελλήνων με την οικογένεια, σε αντίθεση με τους Γάλλους. «Οι Ελληνες γονείς δεν θέλουν να φύγουν τα παιδιά τους από το σπίτι. Οι Γάλλοι γονείς, αντιθέτως, βιάζονται να αυτονομηθούν τα παιδιά τους».
Τι μπορεί να προσθέσει σε αυτά που γνωρίζουμε για εμάς ο τρόπος που μας «αντιλαμβάνεται» ένας ξένος καλλιτέχνης που έχει επιλέξει να ζει στη χώρα μας; Αν αναλογιστούμε πως στον τόπο τού Αλλου συγκροτούμαστε ως υποκείμενα, καθώς είμαστε όντα που «βλέπονται» και όντα που βλέπουν μόνο μια πλευρά του εαυτού τους, το βλέμμα του Γάλλου δημιουργού μάς δείχνει μια άλλη εκδοχή για το ποιοι είμαστε για τον διαφορετικό Αλλο. Ως γνωστόν, άλλωστε, υφίσταται πάντα ένα βλέμμα που προϋπάρχει της υποκειμενικής μας θέασης. Ο Αλλος βλέπει τις πλευρές που δεν μπορούμε εμείς να δούμε για εμάς. Και γι’ αυτό έχει σημασία η γνώση που μας παρέχει το βλέμμα του. Ιδίως όταν ανήκει σε κάποιον «ξένο» που ζει μαζί μας, ενώ παράλληλα διαθέτει τη διεισδυτική ματιά του καλλιτέχνη.
Ο Ρεμί Καβά, ύστερα από δεκατρία χρόνια στην Ελλάδα, δεν διαπραγματεύεται σε καμία περίπτωση το ενδεχόμενο να επιστρέψει στη Λιόν. «Εδώ είναι η ζωή μου. Στην Αθήνα είναι το σπίτι μου. Το Μεταξουργείο είναι η γειτονιά μου», ξεκαθαρίζει. Και αυτό δεν σημαίνει πως δεν βλέπει την άσχημη αρχιτεκτονική του αθηναϊκού κέντρου, τα πεζοδρόμια που γεμίζουν σκουπίδια και τα μπαρ με νταήδες. Τίποτα από τα παραπάνω δεν τον εμποδίζει να αγαπά την πόλη και τους κατοίκους της, όπως κάποιος αγαπά έναν άνθρωπο ή έναν τόπο μετά την απομάγευση. Ο Ρεμί Καβά, ένας από τους πιο δικούς μας ξένους, έχει να μας δείξει πολλές ακόμη αλήθειες για εμάς και τον τρόπο που σχετιζόμαστε, που υπάρχουμε στην οικογένεια, που ερωτευόμαστε, που αποχωριζόμαστε, που πιστεύουμε. Ας μάθουμε να μας κοιτάζουμε μέσα από νέες οπτικές γωνίες και ίσως και να καταλάβουμε κάτι περισσότερο για το ποιοι είμαστε, ποιοι θέλουμε να είμαστε και ποιους παριστάνουμε. Οι άνθρωποι της τέχνης, που προέρχονται από άλλους τόπους αλλά ζουν ανάμεσά μας, είναι η ευκαιρία μας για να επανεξετάσουμε την αυτοεικόνα μας και να κατανοήσουμε τις κρυμμένες σημασίες των αυτονόητων… ή όλων εκείνων που θεωρούμε αυτονόητα.
