Τα στοιχεία που δημοσιοποίησε, χθες, η υφυπουργός Εργασίας Δόμνα Μιχαηλίδου για το ανεμβολίαστο προσωπικό στις δημόσιες και ιδιωτικές δομές φροντίδας ηλικιωμένων, για το οποίο προβλέπεται αναστολή εργασίας και παύση καταβολής του μισθού εάν δεν εμβολιαστεί (τουλάχιστον με την πρώτη δόση ώς τις 16 Αυγούστου), δεν αφήνουν αμφιβολία για το μέγεθος του προβλήματος: «Στις ιδιωτικές δομές, το ποσοστό εμβολιασμένων ηλικιωμένων είναι 85% και των εργαζομένων 65%. Στις δημόσιες, σε ποσοστό 77% ανέρχονται οι εμβολιασμένοι ηλικιωμένοι και στο 45% οι εργαζόμενοι».
Ωστόσο, από την πρωθυπουργική ανακοίνωση της αρχικής διατύπωσης για την «αναστολή εργασίας» ώς την επίλυση των προβλημάτων και την εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των δομών που θα βρεθούν με μειωμένο προσωπικό, προκύπτουν πολλά νέα προβλήματα. Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπάρξει νομοθετική διάταξη (προετοιμάζεται στο υπ. Εργασίας), η οποία θα προσδιορίζει επακριβώς όχι μόνο το πώς και το πότε θα δίδεται υποχρεωτική άδεια άνευ αποδοχών για το προσωπικό που δεν εμβολιάζεται, αλλά και το πώς θα καλυφθούν οι ανάγκες των δομών με προσωρινές προσλήψεις για την κάλυψη των χρονικών κενών.
Ομως, ποιοι και πόσοι εργαζόμενοι θα δεχτούν να εργαστούν για έναν, δύο, περισσότερους ή και λιγότερους μήνες σε τομείς που απαιτούν εξειδίκευση; Aγνωστο, ιδιαίτερα όταν σε αυτόν τον τομέα η ζήτηση προσωπικού υπερτερεί της προσφοράς, όπως φάνηκε και στην τελευταία προκήρυξη πρόσληψης νοσοκομειακού προσωπικού για τις ανάγκες Covid-19.
Πάντως, η θέσπιση υποχρεωτικού, κατ6 ουσίαν, εμβολιασμού σε δημόσιες και ιδιωτικές δομές μπορεί, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη γνωστών εργατολόγων (Ζερδελής), να αιτιολογείται με τις γενικές έννοιες περί «καλής πίστης και χρηστών ηθών και κατάχρησης δικαιώματος» στην εκτέλεση της εργασίας, ωστόσο ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο παρεμβάσεων για τους όρους που θα τίθενται στο εξής στις συμβάσεις εργασίας ευρύτερα του ιδιωτικού τομέα.
«Μόνο στην περίπτωση που προκύψει δυσλειτουργία στην επιχείρηση του εργοδότη, τότε, με την επίκληση του άρθρου 374 Αστικού Κώδικα, ο εργοδότης μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του μισθού για όσο χρονικό διάστημα ο εργαζόμενος παρέχει πλημμελώς την εργασία του», αναφέρει ο νομικός Δ. Τεμπονέρας σε ερώτησή μας.
«Κατά το άρθρο 374 ΑΚ, για όσο χρονικό διάστημα ο αντισυμβαλλόμενος, δηλαδή ο εργαζόμενος, δεν παρέχει ή δεν εκπληρώνει την παροχή του, δηλαδή την εργασία του με προσήκοντα τρόπο, τότε ο εργοδότης δύναται να αρνηθεί την αντιπαροχή, δηλαδή να του καταβάλλει το μισθό. Πρόκειται για την ένσταση μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος. Από την άλλη, ο εργοδότης πρέπει να αποδείξει ότι τήρησε όλα τα προσήκοντα μέτρα στην επιχείρηση (προστασία, μάσκες) και ότι αυτά δεν απέφεραν αποτέλεσμα, για να καταφύγει στο άκρως σκληρό και άδικο μέτρο της περικοπής αποδοχών».
Η ΓΣΕΕ, με ανακοίνωσή της, υπενθυμίζει ότι, εκτός από τα διοικητικά μέτρα, υπάρχει και «η πειθώ με επιχειρήματα». Σε αυτήν την κατεύθυνση καλεί συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις, εκκλησίες όλων των δογμάτων, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, κυβέρνηση και κόμματα «να συνεργαστούν σε καμπάνιες ενημέρωσης, να πρωτοστατήσουν χωρίς αστερίσκους και «… ναι μεν αλλά…» για την ενημέρωση των πολιτών με επιχειρήματα και πειθώ. Κυρίως, όμως, καλούν τις οργανώσεις των εργοδοτών «να γενικεύσουν τις καλές πρακτικές πολλών και σοβαρών επιχειρήσεων που με ενημέρωση και κίνητρα βοηθούν σημαντικά στον εμβολιασμό των εργαζομένων» για μια εθνική στρατηγική και τακτική που θα οδηγήσει στο πολυπόθητο «τείχος ανοσίας».
