Οπως δείχνουν οι συχνές αναφορές σε αυτούς οι «36 Ελληνικοί Χοροί» (1934/49) του Σκαλκώτα έχουν τελικά αποβεί εμβληματικοί για την εγχώρια σοβαρή μουσική. Πιο γνωστοί ακόμα κι απ’ την πεμπτουσιακά εθνικοσχολική «Συμφωνία της Λεβεντιάς» (1918/20) του Καλομοίρη.
Κι ας καθυστέρησαν πολύ, μα πάρα πολύ, να γίνουν προσβάσιμοι στο σύνολό τους στους φυσικούς τους παραλήπτες, τους Ελληνες. Να πούμε, βεβαίως, ότι αυτό θα ήταν ανέφικτο δίχως την ανεκτίμητη συνεισφορά της δισκογραφίας: η πρώτη πλήρης και μέχρι σήμερα ασυζητητί επιτυχέστερη ηχογράφησή τους κυκλοφόρησε κατ’ ευθείαν σε CD μόλις το 1990 στην ελληνική LYRA με τη ρωσική Κρατική Φιλαρμονική Ορχήστρα των Ουραλίων υπό τον Φιδετζή.
Στην Ευρώπη ο σκαλκωτικοί «Χοροί» έγιναν γνωστοί το 2003, όταν προστέθηκε η ηχογράφηση της σουηδικής BIS υπό τον Χριστοδούλου με τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC. Από τις δύο σήμερα βρίσκει κανείς στα δισκοπωλεία ή στο Διαδίκτυο μόνον τη δεύτερη. Η πρώτη παγκόσμια ζωντανή εκτέλεση των «36 Χορών» έγινε στη Θεσσαλονίκη κατά το αμαρτωλό «πολιτιστικό» έτος 1997, με την ΚΟΑ υπό τον πρώτο διδάξαντα Βύρωνα Φιδετζή, ενώ στην Αθήνα τους πρωτακούσαμε το έτερο σωτήριο έτος, αυτό των Ολυμπιακών του 2004, με τους ίδιους συντελεστές στο Ηρώδειο.
Δύο και τρεις δεκαετίες αργότερα, καθώς το μείζον ζητούμενο της πρωτογενούς γνωριμίας έχει πια καλυφθεί και οι Ελληνες φιλόμουσοι έχουν εμπλουτίσει τα ακούσματά τους, κατά πόσον μια ζωντανή, σχολαστική παρουσίαση της πλήρους ακολουθίας των «36 Ελληνικών Χορών» μπορεί να συγκρατήσει το ενδιαφέρον; Αλλωστε, πού παίζονται ζωντανά από συμφωνική ορχήστρα όλοι μαζί οι 24 «Ουγγρικοί Χοροί» του Μπραμς ή οι 16 Σλαβονικοί του Ντβόρζακ;
Τις επιφυλάξεις επιβεβαίωσε η ενδιαφέρουσα αλλά κουραστική συναυλία της ιδιωτικής Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Βύρωνα Φιδετζή που δόθηκε στις 19/6/2021 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στο Ηρώδειο, τιμώντας την εθνική επέτειο του 1821. Αναμφίβολα, η εν σειρά ακρόαση εξακολουθεί να προσφέρει στον μέσο φιλόμουσο -και, βεβαίως, σ’ αυτούς με βαθύτερα ακούσματα- ασύλληπτες εκπλήξεις: απρόσμενους θύλακες μεστωμένων μουσικών γλυκασμών, συναισθηματικά θερμές συνάφειες οριενταλίζουσας μεταρομαντικής εκφραστικής (π.χ. αίφνης προς τους «Νορβηγικούς Χορούς» του Γκριγκ!), διανοητικά συναρπαστικές αποκωδικοποιήσεις μιας καθηλωτικά ευφυούς μουσικής δραματουργίας που υφαίνεται μέσω απροσδόκητων μεταπτώσεων και αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε εμπρεσιονιστικές ηχητικές χροιές και σε α λα Χίντεμιτ εμβατηριακές πυκνώσεις και ενορχηστρωτικές διατυπώσεις…
Φυσικά, δεν πρόκειται για χορούς (ένθεν και συνιστά αφελή παρεξήγηση να χορογραφούνται) αλλά για μουσικά δοκίμια στα οποία μετακενώνεται με τρυφερότητα η προσωπική οικειότητα του Ελλαδίτη Χαλκιδαίου συνθέτη προς το βιωμένο πρωτογενές φολκλορικό υλικό…. Η «λιγωμένη» αναπόληση του φθίνοντος φαντασιακού παραδείσου της ελληνικής πατρίδας, το άγριο, γεμάτο «λεβεντιά» και απόγνωση ματσίσμο, το μεγαλοφυές, αυθάδικα τολμηρό (σήμερα θα λέγαμε «αποδομητικό») παιχνίδισμα με τους μηχανισμούς του ρυθμού και της μελωδίας φέρνουν το ελληνικό παραδοσιακό σε διάλογο με το ευρωπαϊκό μοντέρνο, διαμεσολαβημένο από την ανείπωτη μελαγχολία ενός ετεροχρονισμένου αλλ’ ανθεκτικού ρομαντισμού…
Η εκτέλεση που πρόσφερε η ΦΟΑ υπό τον Βύρωνα Φιδετζή φανέρωσε αφ’ ενός τη βαθιά εξοικείωση του έμπειρου αρχιμουσικού με τους «36 Χορούς», αφ’ ετέρου επιβεβαίωσε το προφανές: ότι, δηλαδή, οι ηχητικές ποιότητες, η συνθετότητα της γραφής και οι διακυμάνσεις της μουσικής δραματουργίας τους ζητούν συμφωνικό σύνολο πολύ υψηλού επιπέδου, αποτελούμενο από πολύ δυνατούς σολίστες. Οι μουσικοί της ΦΟΑ έπαιξαν με προσήλωση και αφειδώλευτη αφιέρωση, ωστόσο οι αδιάλλακτα υψηλές απαιτήσεις της σκαλκωτικής παρτιτούρας αποδείχτηκαν ενίοτε ανώτερες των επιδόσεών τους. Συχνά η αισθητή προσπάθειά τους να προλάβουν να ανταποκριθούν σε γρήγορες ταχύτητες θόλωνε τον συμφωνικό ήχο, οι απότομες μεταπτώσεις δεν αποδίδονταν αβίαστα ανοίγοντας χάσματα στον μουσικό ειρμό, δραματουργικά κρίσιμες στιγμές στα σολιστικά όργανα δεν είχαν τη δέουσα εκφραστική ευγένεια, ποιότητα και άνεση. Ισως περισσότερες δοκιμές να έφερναν ένα καλύτερο αποτέλεσμα…
ΥΓ.: Εύστοχο και ωραίο το δήθεν παλιομοδίτικο διαφημιστικό του Φεστιβάλ Αθηνών για τη συναυλία, με τον Σκαλκώτα γραβατωμένο να ποζάρει με τα χέρια στις τσέπες εμπρός στο Ηρώδειο, κάτω απ’ την Ακρόπολη.
