Η αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές που η τηλεόραση μεταδίδει ένα αθλητικό γεγονός είτε αλλάζω κανάλι είτε ανοίγω ραδιόφωνο. Δεν είναι ότι δεν μ’ αρέσει ο αθλητισμός. Το αντίθετο. Μερικές από τις πιο ζωντανές μνήμες μου συνδέονται με αθλητικά γεγονότα. Τι με έπιασε με τον αθλητισμό καλοκαιριάτικα, θα αναρωτηθείτε.
Είδα την εικόνα των Δανών ποδοσφαιριστών που είχαν στήσει τείχος για να προστατεύσουν τον συμπαίκτη τους και αναρωτήθηκα: Από ποιον; Από τα μάτια μας. Εύλογα αντιλαμβάνεσαι ότι για τα 20χρονα, 25χρονα και 30χρονα παιδιά, όλοι όσοι ήταν έξω από το ανθρώπινο τείχος που είχαν σχηματίσει με τα κορμιά τους, αντιπροσώπευαν μια απειλή. Παράγοντες, χορηγοί, διαχειριστές τηλεοπτικών δικαιωμάτων, μέσα μαζικής ενημέρωσης, διαφημιζόμενοι ακόμα και «καταναλωτές» του θεάματος από τη μία πλευρά και αυτοί όμοια με «μονομάχους» της Ρώμης από την άλλη.
Είναι δυνατόν αυτοί που εργάζονται για να παράξουν ένα έργο, να είναι τόσο καχύποπτοι γι’ αυτούς που ελέγχουν, χρηματοδοτούν, διαμεσολαβούν, προβάλλουν, εκμεταλλεύονται και καταναλώνουν το προϊόν της προσπάθειας που καταβάλλουν; Ναι. Αυτή είναι η πεμπτουσία της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, που σήμερα κινείται στην τροχιά της ψηφιακής-εικονικής εποχής. Η αίσθηση της απειλής που ένιωσαν οι ποδοσφαιριστές γι’ αυτούς που συνθέτουν την αγορά του προϊόντος τους, είναι μια αντίδραση η οποία επαναλαμβάνεται –με διαφορετικούς σε κάθε περίπτωση τρόπους– σε όλες τις εκδοχές της οικονομικής συμπεριφοράς των ανθρώπων. Δεν θα ήταν υπερβολικό αν υποστήριζε κάποιος ότι η οικονομική συμπεριφορά των πολλών συναρτάται από μια –άλλοτε φανερή και άλλοτε υποβόσκουσα– απειλή, ενώ οι λίγοι –αυτοί που κερδίζουν από αυτά που παράγουν και καταναλώνουν οι πολλοί– με τις επιλογές τους δείχνουν ότι νιώθουν να «απειλούνται» από τα ίδια τα «προϊόντα» τους.
Τα λογισμικά που κατασκευάζουν οι εταιρείες του Γκέιτς έχουν προκαλέσει εξάρτηση στην πλειονότητα των ανθρώπων του πλανήτη, αλλά ο ιδρυτής της Microsoft μεγάλωσε τα παιδιά του με χρονοδιακόπτη στον υπολογιστή. Τα αφεντικά των πολυεθνικών των τροφίμων ταΐζουν και ποτίζουν δισεκατομμύρια ανθρώπων με τροφές που προκαλούν χρόνια, μη μεταδιδόμενα νοσήματα, αλλά προσπαθούν να τις κρατήσουν μακριά από τα δικά τους παιδιά.
Οι κουμανταδόροι των χημικών βιομηχανιών παρασκευάζουν φυτοφάρμακα που σκορπίζουν αρρώστιες, αλλά επιλέγουν να ταΐζουν τα παιδιά τους με ζαρζαβατικά που τρέφονται μόνο με αυτά που χαρίζει δωρεάν η φύση. Οι τραπεζίτες κόπτονται να επιβάλουν το ψηφιακό χρήμα, αλλά για τις σκοτεινές δουλειές τους προτιμούν τα μετρητά. Κατασκευαστές χτίζουν σε μολυσμένη γη σπίτια και επαγγελματικά ακίνητα, αλλά αυτοί επιλέγουν να ζουν σε αμόλυντο περιβάλλον. Πολιτικοί που το πρωί υπόσχονται, το βράδυ αποτρέπουν μέλη της οικογένειάς τους να προσαρμόσουν τις ζωές τους στις υποσχέσεις τους. Τρεις κόσμοι, που ο ένας κρατιέται μακριά από τους άλλους δύο και τους απομυζά.
Αυτή είναι η πιο ακραία εκδοχή της νεο-ορθοδοξίας της αγοράς, που θέλει αυτούς που εξουσιάζουν την παραγωγή –τις περισσότερες φορές– όχι μόνο να αρνούνται να την καταναλώσουν αλλά και να σηκώνουν «τείχη» για να κρατήσουν μακριά τόσο αυτούς που κοπιάζουν όσο και εκείνους που πληρώνουν για να την αποκτήσουν.
Ενα φαινόμενο που βασίζεται σε νησίδες και στεγανά, σε διαχωρισμούς και αποκλεισμούς, καθώς αποσκοπεί να εξαφανίσει οτιδήποτε σχετίζεται με τη λέξη «κοινωνικό» και με το ρήμα «συνεργάζομαι». Αποθεώνει ένα παραμορφωμένο «εγώ» το οποίο όχι μόνο δεν αισθάνεται να χρωστά το παραμικρό στο «εμείς», αλλά τις περισσότερες φορές το βλέπει ως θανάσιμη απειλή. Αργά, μεθοδικά και μελετημένα, εισβάλλει σε όλα τα «γήπεδα» που «παίζει μπάλα» η ζωή, με στόχο να τα κυριεύσει. Κατασκευάζει είδωλα, διαμορφώνει πρότυπα και επινοεί παραδείγματα, προκειμένου να πείσει αυτούς που αποστρέφεται ότι η υποταγή ανταμείβεται και η ανυπακοή τιμωρείται. Προτρέπει τους πολλούς να ταυτίζονται με το «προϊόν», αλλά δεν αισθάνεται καμία υποχρέωση απέναντί τους.
Από τη δεκαετία του ΄80, οι θεράποντες της «θεάς Αγοράς» προσπάθησαν να αποσυνδέσουν τις οικονομικές επιλογές από τις πολιτικές επιπτώσεις τους. Με παρελκυστικές στρατηγικές, με κίβδηλες υποσχέσεις και με προσδοκίες-φούσκες, κατάφεραν να στρέψουν τη σκέψη των ανθρώπων από τον πυρήνα της πολιτικής σε επιμέρους επεισόδια οικονομικής μορφής.
Ετσι κατάφεραν να εκφυλίσουν τα πιο αποτελεσματικά «όπλα» που έχει ο πολίτης: το δικαίωμα να επιλέγει και τη δυνατότητα να αρνηθεί. Και το ερώτημα που ανακύπτει είναι: Τι θα γίνει όταν οι μεγιστάνες που σήμερα υψώνουν «τείχη» αρχίσουν να αισθάνονται ότι έχουν τη δύναμη να προσαρμόσουν τη δημοκρατία στις απαιτήσεις τους και στην ανάγκη να προστατεύσουν τα κέρδη τους από οτιδήποτε χαρακτηρίζουν απειλή, ακόμα και από τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες;
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
