Αφιέρωμα στη φετινή εθνική επέτειο του 1821 ήταν η συναυλία υπό τον Αναστάσιο Συμεωνίδη με τίτλο «Ελληνική Επανάσταση ΙΙΙ», που μαγνητοσκόπησε η ΚΟΑ και ανάρτησε στο Youtube από τις 12/6/2021.
Το πρόγραμμα περιλάμβανε ελληνικά έργα που γράφτηκαν ταυτόχρονα στα μέσα της δεκαετίας του ‘30: το «Συμφωνικό κοντσέρτο για πιάνο» (1935) του Μανώλη Καλομοίρη και μια επιλογή πέντε από τους «36 Ελληνικούς Χορούς» (1934-36, 1948-49) του Νίκου Σκαλκώτα. Και στις δύο περιπτώσεις κυριαρχεί η έννοια του «εθνικού» εκφρασμένη αναγνωρίσιμα μέσω της μουσικής, ωστόσο με διαφορετική στόχευση.
«Συμφωνικό κοντσέρτο» και «Χοροί» διαθέτουν πληθωρικά πλούσια, απαιτητικών ισορροπιών ενορχήστρωση με δυνατές δόσεις αναγνωρίσιμων ακουσμάτων δημοτικής μουσικής, είτε άμεσων ως μελωδιών και ρυθμών, είτε έμμεσων ως απορρόφηση/μεταγραφή του δημοτικού μέλους στο περιβάλλον της δυτικής αρμονίας. Ομως ειδικά στον ανοικονόμητα πληθωρικό, μεγαλόστομο Καλομοίρη, για μια καλή εκτέλεση και ερμηνεία δεν αρκεί απλή ανάγνωση: απαιτείται ώριμη επαγγελματική ορχήστρα πολύ υψηλού επιπέδου, αρχιμουσικός και σολίστας ευφυείς, ευαίσθητοι και δυνατοί.
Στο «Κοντσέρτο» η θαυμαστά προσεγμένη ηχογράφηση υποστήριξε με εξωπραγματικά ακτινογραφική διαφάνεια και ευκρίνεια ήχου το ακρόαμα. Οδηγημένοι από την προσεκτική, στρωτή διεύθυνση του Συμεωνίδη οι έμπειροι επαγγελματίες μουσικοί της ΚΟΑ και ο ακμαίος, στιβαρός σολίστας Τίτος Γουβέλης ανταποκρίθηκαν άριστα στην πρόκληση.
Το ακρόαμα που πρόσφεραν επέτρεψε -επιτέλους!- να ακούσουμε και να απολαύσουμε ανεμπόδιστα τόσο την πολυώροφης πυκνότητας και εκφραστικής φόρτισης γραφή του έργου, όσο και να αναδειχθεί ιδανικά ο χυμώδης, οριενταλιστικής ηδυπάθειας λυρισμός με τον οποίο ο Καλομοίρης εκφράζει συγκαλυμμένα τη νοσταλγία του -το 1935 πλέον και απογοήτευση- για το ελληνικό μαξιμαλιστικό όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης.
Από τους «36 Ελληνικού Χορούς» του Σκαλκώτα ο Συμεωνίδης επέλεξε πέντε της δεύτερης ενότητας: Συρτό, Σιφνέικο, Κρητικό, Νησιώτικο, Χιώτικο. Η ερμηνεία τους υπήρξε καλή, στρωτή και ξεκάθαρη, αν και μια πιο σβέλτη, αιχμηρή ανάγνωση θα αναδείκνυε ακόμη καλύτερα το μαγευτικά πλούσιο τοπίο των συναισθηματικών μεταπτώσεων και εκλεπτυσμένων μουσικών γλυκασμών της ευρωπαϊκής μουσικής του Σκαλκώτα.
Στρατευμένος εθνικισμός και απολίτικος κοσμοπολιτισμός
Και κάποιες χρήσιμες διευκρινίσεις. Στον Καλομοίρη (1883-1962), πληθωρικό ιδρυτή της λεγόμενης Ελληνικής Εθνικής Σχολής, λάβρο υποστηρικτή του Βενιζέλου και θιασώτη της τότε φθίνουσας «Μεγάλης Ιδέας», η έννοια του «εθνικού» ακολουθεί τη λογική της μουσικής «αναπαράστασης» μέσω της παρουσίας δημοτικοφανών μελωδιών και ρυθμών που φιλοξενούνται σε ένα ακρόαμα διατυπωμένο στη γλώσσα του ώριμου ρομαντισμού˙ στο βάθος διακρίνεται ο Χέρντερ, κατά τον οποίο στα δημοτικά τραγούδια εκφράζεται η «ψυχή» κάθε λαού, αλλά και το αποτύπωμά της θεωρίας του στις επιπτώσεις της Βιομηχανικής Επανάστασης στο γεωπολιτικό πεδίο κατά τη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών.
Βεβαίως η ετεροχρονισμένα ρομαντική έκφραση του Καλομοίρη ακολουθεί τους ιδεολογικοπολιτικούς χρονισμούς της ελληνικής ιστορίας. Ο Χαλκιδαίος Σκαλκώτας (1904-1949) πάλι, έχοντας προσλάβει δίχως ελληνικής προέλευσης εθνοκεντρικές αναστολές όλες τις εκφάνσεις του μεσοπολεμικού μοντερνισμού στο κοσμοπολίτικο Βερολίνο, προσεγγίζει την ελληνική παραδοσιακή μουσική αφ’ ενός από μέσα ως Ελληνας φυσικός φορέας, αφ’ ετέρου με καθαρά προσωπικό μουσικό ενδιαφέρον, τελείως ελεύθερο ιδεολογικών δεσμεύσεων. Ο Σμυρνιός ρομαντικός υπηρετεί με πυρετώδη ρητορική και συναισθηματική φόρτιση την έμπνευσή του και την εξωστρεφή εθνι(κιστι)κή ιδεολογικοπολιτική του στράτευση. Ο ταλαντούχος Ελλαδίτης μοντερνιστής ακολουθεί τις υπαγορεύσεις της μούσας του: η συνάντησή του με το «εθνικό» συντελείται γι’ αυτόν ιδιωτικά.
Καθώς εθνικοσχολική ατζέντα και απολίτικος μοντερνισμός δεν συναντιούνταν, ο πρώτος δεν ενέκρινε τον δεύτερο. Κι όμως αμφοτέρων οι εκφράσεις είναι και ηχούν απολύτως ειλικρινείς˙ ωστόσο, καθώς η μουσική εκφράζει αυτό που δεν χωρά στα περιοριστικής καθοριστικότητας λόγια, ο εθνικισμός τους, ειδικά καθώς εμείς σήμερα τον προσλαμβάνουμε εκτός του επικαιρικού ιστορικοϊδεολογικού του πλαισίου, απομένει έκθετος σε απλουστευτικές προσλήψεις ή και στρεβλωτικές παρεξηγήσεις.
Ετσι κάποιοι «Χοροί» του Σκαλκώτα έγιναν και παρέμειναν δημοφιλείς -θυμίζω τις εισαγωγικές μουσικές στα κινηματογραφικά «Επίκαιρα» της χούντας και στην εκπομπή με αφιερώσεις τραγουδιών σε στρατιώτες-, ενώ στο πολιτιστικό και πολιτικό κλίμα της Μεταπολίτευσης το έργο του Καλομοίρη περιφρονήθηκε και παραγκωνίστηκε. Τρόπον τινά αμφότεροι παραμένουν αργούσες κληρονομιές…
