Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

To 1997, μια ομάδα Λιθουανών καλλιτεχνών και διανοουμένων κατέλαβε μια συνοικία στο Βίλνιους, ανακηρύσσοντας τη Δημοκρατία του Uzupis, φτιάχνοντας το δικό τους Σύνταγμα και βάζοντας τους δικούς τους κανόνες.

Η πρωτοβουλία ήταν υποκινούμενη από καλλιτεχνική διάθεση και βασισμένη στην αριστοτελική φιλοσοφία. Οι καταληψίες-κάτοικοι διόρισαν τη δική τους κυβέρνηση και οργάνωσαν την καθημερινότητά τους και την καλλιτεχνική τους ζωή «πέρα από το ποτάμι».

Αυτό σημαίνει Uzupis στα λιθουανικά. Είναι μία από τις ιστορίες που δείχνουν πως οι καταλήψεις χώρων από καλλιτέχνες έχουν μακρά ιστορία και μεγάλη σημασία, καθώς μέσα στα εγκαταλελειμμένα κτίρια κατοικεί συχνά μια ουτοπία, το όνειρο μιας συλλογικότητας, ένα νέο παράδειγμα λειτουργίας της κοινωνίας.

Η κατάληψη του «Εμπρός» είναι μια τέτοια περίπτωση, υπό την έννοια της κοινωνικής διάστασης του καλλιτεχνικού χώρου και με δεδομένο πως από το αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο, το οποίο θήλασε τον πολιτισμό για μια δεκαετία, όπως σημείωσε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, γεννήθηκαν αισθητικά ρεύματα και ιδέες και στηρίχτηκαν ετερότητες.

Υπήρξε δε «πανευρωπαϊκό πρότυπο αυτοδιαχείρισης καλλιτεχνών και γειτονιάς», όπως επισήμανε ο Κλέων Γρηγοριάδης, βουλευτής του ΜέΡΑ25, ο οποίος κάλεσε τους Αθηναίους να ενισχύσουν το «Εμπρός» αν θέλουν πολιτισμό αντί για φασισμό. Είναι γεγονός, άλλωστε, πως καλλιτεχνικές πρωτοπορίες και κοινωνικοί νεωτερισμοί κυοφορούνται συχνά μέσα σε περιθωριοποιημένα χωρικά πλαίσια, μέσα σε εγκαταλελειμμένα κτίρια που καταλαμβάνουν ανεξάρτητες συλλογικότητες.

Τι σημαίνει, λοιπόν, η απόπειρα σφραγίσματος μιας εστίας κουλτούρας και πολιτικής, ενός σημείου αναφοράς της αστικής και θεατρικής μνήμης;

Στη μελέτη των Αντρεχ Χολμ και Αρμιν Κουν με τίτλο «Καταλήψεις και αστική ανανέωση: η αλληλεπίδραση των καταλήψεων και στρατηγικές αστικής ανανέωσης στο Βερολίνο», φαίνεται καθαρά η χρήση των εν λόγω χώρων μέσα από τη σχέση τους με το κοινωνικό και πολιτισμικό συγκείμενο καθώς σε τέτοιους τόπους βρίσκουν συχνά καταφύγιο όσοι αναμετρούνταν με το κοινωνικό σύστημα της εποχής.

Οι αυτοδιαχειριζόμενοι κοινωνικοί χώροι, νέοι κόμβοι της Αλληλέγγυας-Κοινωνικής Οικονομίας, όπου στεγάζονται θεατρικές ομάδες, μουσικές μπάντες, παιδικοί σταθμοί, κινηματογραφικές λέσχες, δανειστικές βιβλιοθήκες και δομές φιλοξενίας αστέγων, μακροπρόθεσμα λειτουργούν ως τόποι καταγραφής και διαχείρισης της ιστορικής μνήμης. Και υπάρχουν αρκετά τρανταχτά παραδείγματα που το αποδεικνύουν καθώς το Βίλνιους και το Βερολίνο δεν είναι οι μοναδικές πόλεις με μακρά παράδοση στη δημιουργία αυτοδιαχειριζόμενων κοινωνικών χώρων-καταλήψεων.

Στο Μιλάνο το Leoncavallo, το οποίο χαρακτηρίστηκε «πολιτιστικό κόσμημα της Ιταλίας» από τη γαλλική Monde, έφτασε κάποια στιγμή να είναι μια πόλη αυτάρκης, με εστιατόρια, κήπους, βιβλιοπωλείο, κινηματογράφο και συναυλιακό χώρο. Και όλα ξεκίνησαν από την κατάληψη ενός χώρου… στη βάση της ελεύθερης συνδιαμόρφωσης και συνδημιουργίας, της αντι-ιεραρχίας.

Τι μπορεί να προσθέσει στην ιστορία των κοινωνικών αυτοδιαχειριζόμενων χώρων η περίπτωση του «Εμπρός»;

Να υπενθυμίσουμε πως το θέατρο, αφού έμεινε εγκαταλελειμμένο και κλειστό επί σχεδόν πέντε χρόνια, επανενεργοποιήθηκε ως κατάληψη τον Νοέμβρη του 2011 με πρωτοβουλία της ομάδας καλλιτεχνών «Κίνηση Μαβίλη» και με τη συμμετοχή και στήριξη της Κίνησης Κατοίκων Ψυρρή, καθώς και άλλων καλλιτεχνών και θεωρητικών από τον χώρο των παραστατικών τεχνών, της μουσικής και των εικαστικών.

Οπως αναγράφεται και στην ιστοσελίδα του «Εμπρός», «μετά από έναν περίπου χρόνο πολύπλευρων καλλιτεχνικών και κοινωνικών δράσεων, και αφού μεσολάβησαν δύο απόπειρες της Αστυνομίας να σφραγίσει και να κλείσει το Θέατρο, την ευθύνη της λειτουργίας και διαχείρισής του ανέλαβε η εβδομαδιαία ανοιχτή του συνέλευση στην οποία μπορούν να συμμετέχουν ελεύθερα όσοι επιθυμούν».

Το θέατρο, ένα από τα πιο σύνθετα καλλιτεχνικά γεγονότα, διατηρεί, από «κούνια», μια αμφίδρομη σχέση με τον χώρο. Από αυτή τη σχέση εξαρτάται συχνά και η δυναμική που αναπτύσσει το θεατρικό δρώμενο και ο τρόπος που επιδρά στη συγκρότηση της μνήμης του θεατή και κατ’ επέκταση στη μνήμη της κοινωνίας για το ιστορικό της παρελθόν.

Ετσι, αφού διαμορφωθεί μια ιδέα για τη θεατρική πραγματικότητα της εκάστοτε χρονικής περιόδου, συγκροτείται εν συνεχεία μια εικόνα για την πολιτισμική, κοινωνική και πολιτική ταυτότητα του παρελθόντος.

Αν αναλογιστούμε, συνεπώς, πως η ιστορία ενός τόπου καθορίζεται από την εξέλιξη των χώρων του και των σημασιών του, τότε το σφράγισμα του «Εμπρός», διατηρητέου κτιρίου-πρώην θεάτρου με σημαντικό αποτύπωμα στη μεταπολιτευτική θεατρική ιστορία της Ελλάδας, δεν μπορεί παρά να παραπέμπει σε μια προσπάθεια ανακοπής της παραγωγής πολιτικής πράξης διά μέσου της τέχνης ή σε μια απόπειρα ενταφιασμού της μνήμης – όπως επισήμανε εύστοχα και η Μάνια Παπαδημητρίου.

Η μνήμη, ως γνωστόν, δεν επιτελείται με την ανάγνωση του κειμένου αλλά με τη θέαση της παράστασης. Συνεπώς η θεατρική παράσταση είναι το όχημα συγκρότησης και διατήρησης της μνήμης του θεατή, άρα και διαμόρφωσης της συλλογικής μνήμης της κοινωνίας.

Το «Εμπρός» δηλώνει ανοιχτό στην κοινωνία και συγκεκριμένα σε «ευρύ φάσμα δράσεων, όπως ερευνητικές διεργασίες, περφόρμανς, θέατρο, μουσική, χορό, εικαστικά, εγκαταστάσεις, αρχιτεκτονική, φωτογραφία, video art, εργαστήρια, συζητήσεις, αναγνώσεις ποίησης, κινηματογραφικές προβολές, συζητήσεις για βιβλία, συνελεύσεις/συναντήσεις ομάδων, δράσεις αλληλεγγύης, γιορτές, πάρτι, μαθήματα, συλλογική κουζίνα, δράσεις στον χώρο, στη γειτονιά, στον δρόμο».

Ο χώρος, όπως και ο χρόνος, αποτελεί θεμελιώδη διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο χρόνος γίνεται αισθητός μόνο στο πεδίο του χώρου όπου αναδεικνύονται και οι σημασίες της πληθυντικής ύπαρξης. Αν δεν αντιλαμβανόμαστε, συνεπώς, τη σημασία του χώρου, δεν αντιλαμβανόμαστε τα γεγονότα. Ούτε κατ’ επέκταση την Ιστορία. Διότι η ιστορική μνήμη είναι αλληλένδετη με το θέατρο. Το θέατρο, με τη σειρά του, είναι αλληλένδετο με τον χώρο. Και ο χώρος με όσους τον κατοικούν.