ΤΑ ΜΑΝΤΟΛΙΝΑ των μαινόμενων τζιτζικιών ηχούν μες στο λιοπύρι του Καρκίνου, καθώς το μελτέμι απλώνει τα πλοκάμια του στην αιμάσσουσα φλέβα των αισθήσεων και των αισθημάτων, αποκαλύπτοντας το καθηλωτικό ζωδιακό αποτύπωμα του εκθαμβωτικού τρέχοντος μήνα που ξεμυαλίζει τους ποιητές. Ιδού ταπεινό απάνθισμα στίχων για τον Ιούλιο:
ΚΑΒΑΦΗΣ «Να μείνει» Η ώρα μία την νύχτα θα ’τανε,/ ή μιάμιση.// Σε μια γωνιά του καπηλειού·/ πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα./ Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο./ Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε./ Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.// Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας/ είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,/ που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.// Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν – πολλά δεν ήσαν/ γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.// Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα/ στα μισοανοιγμένα ενδύματα·/ γρήγορο σάρκας γύμνωμα/ που το ίνδαλμά του/ είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε/ να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.
ΕΛΥΤΗΣ Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ’ ένα στεντόρειο μεσημέρι,/ γεμάτο τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, να ’ρθει η ώρα που θα/ δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις δροσερό/ νερό, καφέδες, και σιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.
ΡΙΤΣΟΣ Α, υπέροχες νύχτες του Ιουλίου με τα μαντολίνα των τζιτζικιών/ και των γρύλων –έλεγε–,/ το φωταγωγημένο βαποράκι της κωλοφωτιάς αγκυροβολημένο στο/ παλιό τζάκι της καλύβας,/ η καλύβα στα καλάμια της ακροποταμιάς/ δε σου ζητούν αποδείξεις,/ οι φλέβες του νερού κάτω απ’ το χώμα δίχως ερώτηση,/ υπάρχουμε,/ μεγάλοι κύκλοι δροσιάς στην πυρωμένη έκταση της/ θερινής νύχτας,/ τ’ αλώνια με τα άλογα μετέωρα,/ οι θεριστάδες κοιμισμένοι στις θημωνιές,/ τα κορίτσια ξύπνια,/ η αψάδα του αμπελιού γλείφοντας τη γλώσσα της,/ το σκυλί του κυνηγού κοιτάζοντας το φεγγάρι./ Ο μικρός ακούρευτος βοσκός/ ένιωσε μονομιάς την ευγένεια των ζώων και των άστρων,/ τη ζέστα του μαλλιού, τη δροσιά του νερού,/ το χέρι που έλειπε απ’ τη μέση του,/ τη μεγάλη απουσία εκείνου που δεν ήξερε πως περίμενε,/ έφτιαξε με θυμάρι μια στρωμνή για δύο/ και ξάπλωσε μόνος,/ σε λίγο σηκώθηκε κ’ έκλαψε στο λαιμό του κριαριού του,/ (μαζί κλάψαμε, για άλλο ο καθένας),/ κλαίγανε και τα πρόβατα στην ασημένια νύχτα/. Αγνωστη γνώση/ γνώση του σώματος/ άγνωστο σώμα.
ΚΑΡΟΥΖΟΣ «Αλλόφρονας Ιούλιος» Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά/ λιοπύρια του Καρκίνου/ μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει/ δονούμενος από φευγαλέα/ φωνήματα κληματαριάς – τι άρια/ ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…// Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα/ λουσμένο μουσείο/ οπού ’χει να δείξει σωζόμενες αστραπές/ τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.// Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος – εδώ ο ύπερος./ Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα/ προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας/ ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο/ να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους./ Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας.
ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ Φοράει νύχτα στα μαλλιά, του φεγγαριού την άλω/ να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή/ από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο/ και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή…
