Κάτι συμβαίνει πάλι με τα σκουπίδια. Ή καλύτερα, τίποτα νέο δεν συμβαίνει. Πολλοί δήμοι αδυνατούν να σηκώσουν το βάρος ακόμα και της αποκομιδής και το αναθέτουν σε ιδιώτες. Οι πολίτες βλέπουν ότι δεν μειώνονται τα δημοτικά τέλη, παρ’ όλο που λειτουργούν μεγάλες μονάδες επεξεργασίας και υπάρχει και ανακύκλωση. Αλλά και η ανακύκλωση δεν προχωρά. Και οι πόλεις δεν έχουν γίνει καθαρότερες από όσο ήταν πριν από πέντε και δέκα χρόνια. Και οι ΧΥΤΑ δεν κλείνουν, αντίθετα επεκτείνονται με νέα «κύτταρα». Και εισάγεται και η ιδέα της καύσης, την ώρα που υπάρχει και επεξεργασία και ανακύκλωση. Κάτι δεν πάει καθόλου καλά στη χώρα με τα σκουπίδια.
Η τελευταία τομή ήταν η δημιουργία ΧΥΤΑ σε όλη τη χώρα πριν από 10 και 20 χρόνια. Υπήρξε η αίσθηση ότι αφού πλέον δεν θα πετάμε τα σκουπίδια μας σε ρέματα και ποτάμια, θα αρχίσει και η αντίστροφη μέτρηση για μια άλλη πολιτική. Στη συνέχεια όμως και παρά την αύξηση νέων υποδομών και τεχνολογιών επεξεργασίας, επήλθε στασιμότητα. Κι ενώ αυξάνει συνέχεια το ενδιαφέρον για ανακύκλωση, μοιάζει σαν μην έχει αλλάξει τίποτα γύρω μας. Πλαστικά στις θάλασσες, σκουπίδια στα ποτάμια, μπάζα παντού.
Φαίνεται ότι για να υπάρξουν ριζικές αλλαγές, πρέπει να υπάρξει και ριζοσπαστικοποίηση των στόχων και ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος πρέπει να είναι «πράσινος»: μηδενική παραγωγή σκουπιδιών από τα νοικοκυριά, πλήρης ανακύκλωση και επανάχρηση κάθε υλικού που πέφτει στον κάδο. Οσο κι αν φαίνεται άπιαστο ένα τέτοιο πλέγμα στόχων, δείχνει και ποια πρέπει να είναι η κατεύθυνση. Αν συνδυαστεί και με μείωση των ανταποδοτικών τελών που επιβαρύνουν τα φτωχότερα νοικοκυριά θα μιλάμε και για έναν «δίκαιο» στόχο.
