Αυτοπυροβολείται σαν σήμερα το 1945 στο φαράγγι του Φάγκου. Ανασταίνω τον Αρη για πολλοστή φορά, αδιόρθωτος θαυμαστής του καθόσον, ξαναγράφοντας για τη μυστήρια λάμψη την οποία είδα στα μάτια ανταρτών και καπεταναίων, που αναφέρονταν σ’ αυτόν δεκαετίες έπειτα απ’ τον χαμό του και διασκευάζοντας προηγούμενα σημειώματα. Ακριβώς τούτο το φως που ξεδιαλύνει την πορεία του στις υψηλές κορυφές της Αντίστασης. Ο Θανάσης Κλάρας επεξεργάζεται απ’ τις πρώτες μέρες της Κατοχής το σχέδιό του για το Αντάρτικο. Μυεί τους συνομιλητές του στο σπίτι των αδελφών Τσάφου στην Καισαριανή. Ζητά να βγει στο βουνό. Το κόμμα δίνει έγκριση αφότου ο Χίτλερ επιτίθεται στη Σοβιετική Ενωση.
Ροβολάει τις απόκρημνες πλαγιές με τους πρώτους άνδρες καταβεβλημένους απ’ τις κακουχίες. Αξιοθρήνητο θέαμα. Συστήνεται ως ταγματάρχης Πυροβολικού. Αν έλεγε πως είναι κομμουνιστής, που υπηρέτησε μουλαράς στην Αλβανία, θα τους έπαιρναν στο ψιλό. Ξέρει πως κάθε Ρουμελιώτης κρύβει στην καρδιά του προγονικές φωτογραφίες πολεμιστών του Εικοσιένα. Ο Αρης ξεκρεμάει τ’ αραχνιασμένα κάδρα και κινεί εκ νέου τους ήρωες. Ξαναζωντανεύει τ’ αρματολίκι. Μελετητής του Κλάουζεβιτς γνωρίζει καλά την ψυχολογία της μάζας. Ο θρύλος του προπορεύεται του ίδιου.
Ηγέτης με πεζοκεφαλαία, στρατολογεί τους καλύτερους. Τιθασεύει αγρίμια, κατάλοιπα των ληστών των ορέων, όπως ο Νάκος Μπελής. Περιγράφουν τον Δήμο Καραλίβανο ως πλάσμα αλλόκοτου κόσμου, σωστό ξωτικό. Δίπλα στον Αρχηγό μετατρέπεται σε αρνί του γάλακτος και μεγαλουργεί. Μανούλα καημένη στον αιφνιδιασμό. Επειτα από κάθε νίκη το Αντάρτικο φουντώνει. Σκηνοθετεί το πρώτο λαϊκό δικαστήριο, σωστή θεατρική παράσταση, με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και τα κάνει θεσμό. Αντιπαθεί τους Εγγλέζους. Περιφέρει επί μέρες, μολαταύτα, τους αξιωματικούς της αποστολής Χάρλινγκ στα χωριά, προς εξύψωσιν του ηθικού των αμάχων. Το φυσάει και δεν κρυώνει ο Θέμης Μαρίνος. Καίτοι άθεος βαφτίζει παιδιά και φορά το σταυρουδάκι του Ανυπόμονου, που τόσο ρετούς υπέστη αργότερα.
Σκάρτο ένα εξήντα στο μπόι, φαντάζει δυο μέτρα. Τα παλικάρια τον λατρεύουν. Η φράση του ανταρτόπαπα απηχεί τα αισθήματά όλων: «Ηταν ο ένας που ήξερε να αξιοποιεί την προσφορά των πολλών. Πολλοί υπάρχουν παντού και πάντοτε. Ο ένας λείπει». Μπαίνει στο μάτι των ανεπαρκών ηγετών του ΚΚΕ. Τον καλούν στην Αθήνα για να του τραβήξουν τ‘ αυτί. Τζίφος. Τοποθετούν τοποτηρητή του τον Τάσο Λευτεριά (Βαγγέλη Παπαδάκη), που η κρητική προφορά τον εμποδίζει να συνεννοηθεί καλά καλά με τους τραχείς ορεσίβιους. Τόσο τους κόβει. Δεν τον θέλουν στα πόδια τους. Τον στέλνουν στην Πελοπόννησο βορά στους ταγματασφαλίτες που την κατακλύζουν κι εκείνος βάζει φωτιά στον Μοριά. Του απαγορεύουν να περάσει απ’ την Αθήνα μετά την απελευθέρωση. Τον «εξορίζουν» κατόπιν στην Ηπειρο. Δεν τον ακούνε και υπογράφουν τη Βάρκιζα. Τον εξαπατούν οδηγώντας τον στη μεθόριο, σ’ ένα ταξίδι δίχως γυρισμό. «Ούτε νερό ούτε ψωμί», διατάζουν. Του δίνουν τη χαριστική βολή, αποκηρύσσοντάς τον. Καιρούς και ζαμάνια αργότερα τα μπαλώνουν με μια τσουρούτικη, λειψή αποκατάσταση. Μικρόνοες και ουτιδανοί.
