Η αγορά εργασίας είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας και της οικονομίας. Ο τρόπος που οργανώνεται, οι προτεραιότητες που ορίζει το κράτος, η αξιολόγηση της σημασίας της και η προστασία στα πιο ευάλωτα στρώματά της είναι τα σημάδια εκείνα που δείχνουν αν το κράτος θεωρεί την εργασία ισότιμο εταίρο ή χρήσιμο αναγκαίο κακό.
Η αμοιβή της εργασίας τόσο στους επιμέρους τομείς της οικονομίας όσο και στα επιμέρους στρώματά της, που αντανακλούν δεξιότητες και ευθύνες αλλά και τα δίκτυα προστασίας που τίθενται ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπρέπεια ακόμα και στα πιο «υποβαθμισμένα» μέρη, είναι ο πιο ασφαλής δείκτης για το πώς αντιλαμβάνεται μια κυβέρνηση τόσο την εργασία όσο και τους ίδιους τους ανθρώπους.
Ακόμα και οι «διορθωτικές» παρεμβάσεις που γίνονται με πρόφαση «στρεβλώσεις», «δυσλειτουργίες» και «παρωχημένες ρυθμίσεις» είναι μια κυνική ομολογία του οράματος αλλά και των στόχων που έχουν οι ηγεσίες για την εργασία, γι’ αυτούς που επιβιώνουν από αυτήν, για την κοινωνία, ακόμα και για τη μελλοντική εξέλιξη και τη μορφή της οικονομίας.
Υπό το πρίσμα αυτό, οι νέοι «κανόνες» για την εργασία που θέλει να επιβάλει η κυβέρνηση αποκαλύπτουν όχι μόνο τις αντιλήψεις και τις προτεραιότητές της αλλά και -αυτό είναι πιο σημαντικό- τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να είναι οργανωμένη η κοινωνία προκειμένου να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της. Στην πραγματικότητα, το νέο εργασιακό πλαίσιο που προωθεί παραπέμπει σε μια πυραμίδα που η κορυφή της και τα σημεία που βρίσκονται κοντά σ’ αυτήν θα λειτουργούν ανεξέλεγκτα και θα απολαμβάνουν αδιανόητα για μια κοινωνία λογοδοσίας προνόμια και οφέλη, ενώ οι άνθρωποι που βρίσκονται στη βάση της -ή κοντά σ’ αυτήν- ανυπεράσπιστοι και «άοπλοι» θα επιδοτούν αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή. Μια ζούγκλα στην οποία η πολιτεία προσφέρει έπαθλο στους νικητές το δικαίωμα στη λεηλασία των ηττημένων.
«Η οργάνωση στα πρότυπα της πυραμίδας δεν χαρακτήριζε πάντα την οργάνωση της κοινωνίας και την εργασία;» θα παρατηρήσουν εύλογα κάποιοι. Ναι, αλλά όχι χωρίς κανόνες και όρια. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και για τέσσερις δεκαετίες, έγινε μια προσπάθεια ώστε ανάμεσα στη βάση και στην κορυφή της «πυραμίδας» να κατοχυρωθεί μια μορφής συνεννόησης και λογοδοσίας που θα εξασφάλιζε την κατανομή του μερίσματος της ανάπτυξης με τέτοιο τρόπο, ώστε να τον αποδέχονται και οι δυο πλευρές. Στις δεκαετίες αυτές, όσοι ασχολήθηκαν με τη χάραξη πολιτικής αποδέχονταν μεν τις ανισότητες αλλά πίστευαν ότι η ανάπτυξη και η απασχόληση θα πρέπει να είναι «αποδοτικές» και για τα «ρετιρέ» και για τα «υπόγεια».
Ο καβγάς δεν γίνονταν για το πάπλωμα αλλά για το κομμάτι που αναλογούσε στον καθένα. Από τη δεκαετία του ‘80 όμως, η ανάπτυξη και η απασχόληση άρχισαν να αποκλίνουν. Στην Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή επιβλήθηκε με τα μνημόνια που επέβαλαν πολιτικές με τις οποίες η εργασία, δηλαδή η βάση της πυραμίδας, ανέλαβε να επωμιστεί όλο το βάρος της υποτιθέμενης εξυγίανσης. Το αποτέλεσμα ήταν να διευρυνθούν ακόμα περισσότερο οι ανισότητες στο εισόδημα και στην απασχόληση σε ολόκληρο το εύρος της οικονομίας. Οι εργαζόμενοι είδαν το δικαίωμα να διαπραγματεύονται υψηλότερους μισθούς να περιστέλλεται και τα κέρδη να μεταφέρονται σε «επενδυτές» και «μάνατζερ».
Και τι κάνει τώρα η κυβέρνηση με το «έκτρωμα» που θέλει να επιβάλει; Θέτει τους εργαζόμενους που βρίσκονται στη βάση -ή κοντά στη βάση- της εργασίας σε ομηρία. Τους παραδίδει στην «κορυφή», αφαιρώντας τους κάθε δυνατότητα αντίδρασης και έτσι τους μετατρέπει από πολίτες σε αναλώσιμα εξαρτήματα. Ουσιαστικά στέλνει ένα «μήνυμα» στις αγορές ότι σ’ αυτόν τον τόπο η εργασία προσαρμόζεται στις ανάγκες και στα γούστα τους. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, με τις ρυθμίσεις αυτές δεν απαξιώνει την εργασία αλλά τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους από αυτήν.
Η στιγμή που επέλεξε για να μετατρέψει τους εργαζόμενους σε ζητιάνους δεν είναι ούτε τυχαία ούτε συγκυριακή. Με πολιτικό κυνισμό που προκαλεί τρόμο, έδρασε τη στιγμή που η εργασία, με το πρόσχημα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, δέχεται θανατηφόρα πλήγματα.
Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας υπολόγισε ότι 1,4 δισ. εργαζόμενοι στον κόσμο (περίπου 37,5% του συνόλου) εργάζονταν σε ευάλωτη απασχόληση. Πριν από την πανδημία οι πιο ευάλωτες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοματοποίησης ήταν οι χαμηλού εισοδήματος οι οποίες θα είναι περισσότερες όταν τελειώσει. Ηδη, η πανδημία επιτάχυνε την υποκατάσταση της εργασίας -κυρίως της ανειδίκευτης- από εφαρμογές που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη, τη Μηχανική Μάθηση, τη Ρομποτική και τη Βιομηχανική. Σημειώνεται ότι το 2020 ο μεταποιητικός τομέας απασχολούσε περίπου 1.600 δισ. ρομπότ σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι πολύ πιθανό ότι ο COVID-19 θα επιταχύνει τη διαδικασία αυτοματισμού.
Επίσης ο κορονοϊός θα αλλάξει ριζικά τις προοπτικές εργασίας για τους υπαλλήλους. Ηδη, κάποιες εταιρείες έχουν αποφασίσει να διατηρήσουν την εργασία από το σπίτι ακόμα και μετά την πανδημία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η αλλαγή θα είναι υποχρεωτική για έναν αναλογικά υψηλό αριθμό υπαλλήλων τους ώστε να μειωθεί το κόστος μέσω της αποδέσμευσης της εργασίας από τον τόπο εγκατάστασης της εταιρείας. Προφανής στόχος, να μειωθούν τα λειτουργικά κόστη και να καταργηθούν οι γεωγραφικοί περιορισμοί για την πρόσληψη υπαλλήλων ώστε να περιοριστεί το μισθολογικό κόστος. Δεν υπάρχει σήμερα καμία αμφιβολία ότι η πανδημία μεγάλωσε τις κοινωνικές ανισότητες λόγω του διαφορετικού αντίκτυπου του ιού στις διαφορετικές τάξεις.
Τη στιγμή λοιπόν που οι εργαζόμενοι βρίσκονται στην πιο αδύναμη διαπραγματευτική θέση, επέλεξε η κυβέρνηση να δώσει τη χαριστική βολή στην εργασία, αδιαφορώντας για τον κοινωνικό αντίκτυπο και την προοπτική να γιγαντωθούν τα επίπεδα κοινωνικής πόλωσης. Πρόκειται δηλαδή για μια επιλογή αντικοινωνική, αντιδημοκρατική και διχαστική, που καθρεφτίζει την αντίληψή της για τους ανθρώπους την οποία υπερασπίζεται με υποκρισία και δολιότητα.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
