H κυβερνητική σπουδή να ανοίξει ήδη από τα μέσα Μαΐου η χώρα στη διεθνή τουριστική αγορά, παρά τις αβεβαιότητες που έχουν προκαλέσει η πανδημία, οι καθυστερήσεις στο πρόγραμμα εμβολιασμών, οι ασάφειες για τα υγειονομικά πρωτόκολλα και το ευρωπαϊκό πιστοποιητικό Covid-19, βασίζεται στην προσδοκία ότι τουλάχιστον το μισό από την αύξηση 4,2% του ΑΕΠ που προβλέπει φέτος, θα προέλθει από τον τουρισμό.
Κι αυτή η αισιόδοξη εκτίμηση, με τη σειρά της, στηρίζεται αφενός στην πολύ χαμηλή βάση εκκίνησης (το ΑΕΠ το 2020 κατέρρευσε στα 165 δισ. ευρώ, επομένως προσφέρεται για υψηλές ποσοστιαίες αυξήσεις), αφετέρου στην πρόβλεψη ότι φέτος είναι πιο ρεαλιστικό να επιτευχθεί ένα 40% των τουριστικών εσόδων του 2019, εφόσον εξασφαλιστεί μια επιμήκυνση της τουριστικής σεζόν μέχρι και τον Οκτώβριο.
Αλλά αυτή η -έστω συγκρατημένη- αισιοδοξία βασίζεται σε μια αμφιλεγόμενη σταθερά των οικονομικών «προφητειών»: στην υπερεκτίμηση της πραγματικής συμβολής του τουρισμού στο ΑΕΠ της χώρας, που πλαισιώνεται από υπερβολές περί «βαριάς βιομηχανίας της χώρας» και «ατμομηχανής της οικονομίας». Τα κλισέ χρησιμοποιούνται κατά κόρον τόσο από κυβερνητικά στελέχη, όσο και από παράγοντες της οικονομίας, και μάλιστα ενισχύονται με εκτιμήσεις ότι η συμβολή του τουρισμού στην οικονομία μπορεί να υπερβαίνει το 20%.
Αυτό τον μύθο αμφισβητούν με ισχυρά επιχειρήματα δύο οικονομολόγοι-ερευνητές του ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών). Σε μελέτη τους υπό τον τίτλο «Ο τουρισμός χωρίς μεταφυσική» (παρουσιάστηκε στις 14-15/5, σε συνέδριο που διοργάνωσε το Ινστιτούτο «Δημήτρης Μπάτσης»), καταλήγουν στην εκτίμηση ότι η συμμετοχή του ελληνικού τουρισμού στο ΑΕΠ της χώρας κυμαίνεται μεταξύ 6%-7,2%. Ο Νίκος Ροδουσάκης και ο Γιώργος Σώκλης κατέληξαν στην εκτίμηση αυτή διασταυρώνοντας στοιχεία μέτρησης του τουριστικού προϊόντος που χρησιμοποιούν η Eurostat, ο ΟΟΣΑ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού και οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε.
Αν και το τελικό εύρημα της μελέτης έχει προκαλέσει την ενόχληση των τεχνοκρατών της τουριστικής αγοράς, η ουσία της είναι ότι αποκαλύπτει μια σημαντική μεθοδολογική τρύπα στη στατιστική του τουρισμού.
Τι λένε, λοιπόν, οι ερευνητές του ΚΕΠΕ:
- Ο ισχυρισμός ότι ο τουρισμός εισφέρει άμεσα ή έμμεσα έως και άνω του 30% του ΑΕΠ ουδόλως επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία. Οι εισπράξεις από τον εισερχόμενο τουρισμό την περίοδο 2008-2019 αυξήθηκαν κατά +56%, ενώ το 2020 έπεσαν κατά -76%. Αν ευσταθούσαν τα περί 30% του ΑΕΠ από τον τουρισμό, η ύφεση της ελληνικής οικονομίας θα ήταν 20% και πλέον, όχι 9%.
- Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία είναι της τάξης του 6,8% του ΑΕΠ, μέγεθος που αντιστοιχεί στη συμμετοχή του τομέα Καταλύματα και Εστίαση στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
- Η σύγχρονη προσέγγιση για την εκτίμηση της συμβολής του τουριστικού τομέα σε μια εθνική οικονομία είναι μέσω του συστήματος των Δορυφόρων Λογαριασμών Τουρισμού (ΔΛΤ). Μέσω αυτών υπολογίζονται το τουριστικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και ο λόγος της τουριστικής κατανάλωσης προς τη συνολική προσφορά στην οικονομία (tourism ratio). Η Ελλάδα είναι από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης που δεν έχει ακόμα αναπτύξει σύστημα ΔΛΤ.
- Η πρακτική που συνήθως ακολουθείται στη χώρα για την εκτίμηση της συμβολής του τουρισμού στην ελληνική οικονομία είναι να διαιρείται η εγχώρια τουριστική δαπάνη με το ΑΕΠ της οικονομίας. Αυτό καταλήγει σε ένα ποσοστό 10,9% ΑΕΠ. Στη συνέχεια, αυτή η εκτιμώμενη συμβολή πολλαπλασιάζεται με τον λεγόμενο «τουριστικό πολλαπλασιαστή», που υπολογίζεται στο 2,5. Ετσι προκύπτει η υπερβολή περί άμεσης ή έμμεσης συμβολής του τουρισμού στο ΑΕΠ σε πάνω από 30%.
- Η μέγιστη συνολική επίδραση του εισερχόμενου τουρισμού είναι 10,7% του ΑΕΠ. Αν ληφθούν υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία για την εσωτερική τουριστική δαπάνη, η συνολική επίδραση του τομέα φτάνει το 12% του ΑΕΠ.
- H συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι στις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, αλλά απόλυτα αντίστοιχη με των άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Με βάση και αυτή τη σύγκριση, εκτιμάται ότι η συμβολή του τουρισμού στο ελληνικό ΑΕΠ κυμαίνεται μεταξύ 6%-7,2%.
Τέλος, οι ερευνητές του ΚΕΠΕ κ. Ροδουσάκης και Σιώκλας διατυπώνουν ένα άκρως ενδιαφέρον συμπέρασμα για την επίδραση του τουρισμού στην απασχόληση: ότι το καθαρό προϊόν που εισφέρει στην ελληνική οικονομία η αύξηση της τουριστικής ζήτησης «εμπεριέχει έναν λόγο κερδών-μισθών ο οποίος είναι κατά περίπου 50% υψηλότερος από τον μέσο λόγο κερδών-μισθών της οικονομίας. Συνεπώς, μια αύξηση του μεριδίου του τουριστικού τομέα στο παραγόμενο προϊόν της χώρας συνεπάγεται μια ισχυρή ανακατανομή του εισοδήματος εις βάρος της μισθωτής εργασίας».
