Ενα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δικαίου όπως η Ελλάδα οφείλει να λαμβάνει συνεχώς πρωτοβουλίες που να αμβλύνουν τις ανισότητες που επιφέρει η «νησιωτικότητα», στο πλαίσιο της κοινωνικής, οικονομικής και εδαφικής συνοχής της χώρας. Με στοχευμένα και σταθμισμένα μέτρα, κυρίως για την ενίσχυση των υποδομών και της προσβασιμότητας, της υγείας, της εκπαίδευσης, της εργασίας και της επιχειρηματικότητας, θέτοντας μεταξύ άλλων κριτήρια που να σχετίζονται με δημογραφικά, κοινωνικά, οικονομικά, γεωγραφικά ή γεωστρατηγικά δεδομένα.
Μικρά και ακριτικά νησιά, όπως το Καστελόριζο, οι Οινούσσες, τα Διαπόντια ή οι Παξοί, μπορούν να αποτελέσουν πιλοτικά παραδείγματα εφαρμογής μέτρων, όπως η διασφάλιση απρόσκοπτης και καθημερινής προσβασιμότητας, η αναβάθμιση των υποδομών τους, η πλήρης και δωρεάν υγειονομική τους κάλυψη, η μηδενική φορολόγηση των μόνιμων κατοίκων τους και η ενίσχυση της τοπικής απασχόλησης και επιχειρηματικότητας.
Σε μια χώρα που είναι συνυφασμένη με τη θάλασσα, με μακρόχρονη ναυτική παράδοση και ναυτοσύνη για την οποία όλοι δηλώνουμε υπερήφανοι, δυστυχώς σήμερα η ενασχόληση με τη θάλασσα, αντί να ενισχύεται, συχνά δαιμονοποιείται με τη λήψη μέτρων τιμωρητικού χαρακτήρα. Την ώρα που ο καταμερισμός των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης προβλέπει ελάχιστη ενίσχυση των νησιωτικών περιφερειών και σχεδόν μηδενική για τον θαλάσσιο τουρισμό, το γιότινγκ και τη ναυπηγοεπισκευαστική δραστηριότητα, η κυβέρνηση πλειοδοτεί στη λήψη αρνητικών μέτρων, όπως η επιβολή υπέρμετρης επιπρόσθετης φορολόγησης για εισοδήματα από την εκμετάλλευση μικρών ιδιωτικών σκαφών αναψυχής, παρά το γεγονός ότι, εξ αντικειμένου, δεν προκύπτει εισόδημα από τέτοια σκάφη.
Οσοι νησιώτες ή κάτοικοι παραθαλάσσιων περιοχών συντηρούν από το υστέρημά τους ένα μικρό σκάφος ή βάρκα, είτε για αναψυχή είτε για ερασιτεχνική αλιεία, συνεισφέροντας στη θαλάσσια προβολή και κυριαρχία (ειδικότερα σε ακριτικές περιοχές) αλλά και στη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας, καλούνται, επιπρόσθετα των υπόλοιπων φόρων και τελών (φόρος πλόων, φόρος πολυτελείας, λιμενικά τέλη κ.λπ.) που τους επιβαρύνουν κάθε χρόνο, να πληρώσουν άλλα 1.000 ευρώ ετήσιο φόρο.
Οι αρνητικές συνέπειες της παραπάνω ρύθμισης ενδέχεται να συρρικνώσουν το εθνικό μας νηολόγιο και η δραστηριότητα κατασκευής, συντήρησης και επισκευής σκαφών αναψυχής θα υποστεί περαιτέρω πλήγμα, ενώ ο ενδεχόμενος δημοσιονομικός στόχος δεν θα επιτευχθεί, προκαλώντας μείωση εσόδων από τη δραστηριότητα της θαλάσσιας αναψυχής και περιήγησης.
Υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές λύσεις για τη διόρθωση της παραπάνω λανθασμένης και απολύτως άδικης ρύθμισης, όπως η εξαίρεση των ιδιωτικών σκαφών αναψυχής από το καθεστώς φορολόγησης εισοδήματος, δεδομένου, ότι εξ ορισμού και αντικειμένου δεν αποφέρουν έσοδα από την εκμετάλλευσή τους, ή η επαναφορά της πρόβλεψης περί μη καταλογισμού φόρου σε μικρά σκάφη ολικής χωρητικότητας κάτω των 20 κόρων, καθώς και η δυνατότητα διαγραφής από τα νηολόγια και εγγραφής τους στα Βιβλία Εγγραφής Μικρών Σκαφών και των παλαιότερων ιδιωτικών σκαφών αναψυχής ολικού μήκους έως και 12 μέτρων, όπως ισχύει για τα νεότερα.
Η κυβέρνηση οφείλει να κάνει το αυτονόητο, να διορθώσει αυτό το τεράστιο λάθος, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία σε θέματα νησιωτικής πολιτικής, υιοθετώντας τεκμηριωμένες προτάσεις που αφουγκράζονται τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των κατοίκων τους. Μόνο έτσι, με δίκαιες, καινοτόμες και προοδευτικές πολιτικές για τη θαλάσσια οικονομία και την ευημερία των νησιωτών, θα διαφύγει από την ξυλάρμενη πορεία που ακολουθεί προς τα αβαθή και τις ξέρες και θα χαράξει μια σταθερή, μελετημένη και αποφασιστική ρότα για την Ελλάδα και τα νησιά της.
* Βουλευτής Κέρκυρας του Κινήματος Αλλαγής – τομεάρχης Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής
