Πιθανή βλέπει η νέα έκθεση του Levy Economics Institute of Bard College την προοπτική επίτευξης ισχυρών ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ και της απασχόλησης στην Ελλάδα μετά το τέλος της πανδημίας, εφόσον υπάρξουν δύο βασικές προϋποθέσεις. Πρώτη προϋπόθεση: να ξεκινήσει το δ’ τρίμηνο του 2021 η εκταμίευση των επιχορηγήσεων και των δανείων του προγράμματος NewGenerationΕU αφού προηγηθεί συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων των κρατών-μελών αναφορικά με τη χρήση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Δεύτερη προϋπόθεση: να εφαρμοστεί ένα πρόγραμμα εγγυημένης απασχόλησης, ώστε να μειωθεί γρήγορα η ανεργία και να περιοριστούν η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα που επικρατούν στην αγορά εργασίας, οδηγώντας ταυτοχρόνως σε αύξηση το διαθέσιμο εισόδημα και τη ζήτηση. Αυτά τα ευεργετικά αποτελέσματα τόσο από την πλήρη αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης (943 εκατ. το 2021, 5,3 δισ. το 2022 και 5,2 δισ. το 2023) όσο και την καθοριστική επίδραση που μπορεί να έχει στους μακροοικονομικούς δείκτες ένα πρόγραμμα εγγυημένης απασχόλησης 100 χιλιάδων θέσεων εργασίας ποσοτικοποιεί το Levy Institute στην τελευταία έκθεση για την ελληνική οικονομία.
Στον τελευταίο κύκλο περιοδικών αναλύσεων που ετοιμάζει το Ινστιτούτο του αμερικανικού Πανεπιστημίου (Δ. Παπαδημητρίου, Χ. Πιέρρος, Ν. Ροδουσάκης και G. Zezza) σε συνεργασία με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ (σήμερα αναμένεται και αυτό να προβεί σε σχετική δημοσίευση) η βελτίωση των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών -υπό την επίδραση της εισροής των πόρων και ενός μαζικού προγράμματος εγγυημένης απασχόλησης για το τρέχον έτος καθώς και για το 2022- εμφανίζεται στον Πίνακα που παραθέτουμε ως σενάρια 1 και 2.
Για μεν το 2021, η επίδραση των ευρωπαϊκών κονδυλίων στον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ «εκτιμάται ότι θα είναι ήπια, αλλά το 2022 και πιθανόν αργότερα θα είναι αρκετά ισχυρότερη» αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης, όπως φαίνεται και στο σενάριο 1. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, η ελληνική οικονομία θα επιστρέψει μεν σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης. αλλά «το 2023 το πραγματικό ΑΕΠ θα εξακολουθεί να βρίσκεται 20% χαμηλότερα από αυτό του 2008, δηλαδή στο επίπεδο που βρισκόταν πριν από τη μεγάλη ύφεση και την κρίση χρέους».
Η έκθεση στέκεται εκ νέου στη σημασία ενός προγράμματος εργοδότη ύστατης καταφυγής, όπως αποκαλείται ένα πρόγραμμα εγγυημένης απασχόλησης με βασικό φορέα σχεδιασμού και χρηματοδότησης το Δημόσιο. Η θέση του ινστιτούτου την οποία υποστηρίζει πλήρως και το ΙΝΕ είναι πάγια και αφορά την προσφορά εργασίας σε ανέργους που «θα επιθυμούσαν να εργαστούν με τον κατώτατο μισθό».
Στην τελευταία έκθεση ο υπολογισμός κόστους ενός τέτοιου προγράμματος γίνεται «με την υπόθεση ότι ο κατώτατος μισθός αυξάνεται στα 780 ευρώ μηνιαίως και ότι το πρόγραμμα δημιουργεί 100 χιλιάδες θέσεις απασχόλησης ανά εξάμηνο, αρχής γενομένης από το γ’ τρίμηνο του 2021. Η επίπτωση του προγράμματος στο δημοσιονομικό έλλειμμα είναι σχετικά μικρή» αναφέρουν οι συντάκτες της έκθεσης. «Το πρόγραμμα μπορεί να έχει μεγαλύτερο θετικό αντίκτυπο από τις προβλέψεις μας αν η αμοιβή των συμμετεχόντων στο πρόγραμμα διαχυθεί στον ιδιωτικό τομέα οδηγώντας σε αυξήσεις μισθών και τα οφέλη από την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας υπερβούν ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα κόστους και στις τιμές».
