Δύο είναι οι κυρίαρχες πολιτικές στην εκπαίδευση. Από τη μια οι υποστηρικτές της δημόσιας και δωρεάν παιδείας, με ίσες ευκαιρίες για όλους, και από την άλλη η πολιτική που θέλει να γίνεται από νωρίς ένας διαχωρισμός στους μετέπειτα πολίτες, σε υποτακτικούς, πληβείους, εργάτες και αυτούς της άρχουσας τάξης που είναι προορισμένοι να διοικούν.
Οι συνηθισμένοι άνθρωποι –άνδρες και γυναίκες- θα πρέπει να γίνονται υποτακτικοί, εργατικοί, ακριβείς, ρηχοί στη σκέψη και ευχαριστημένοι με την κατάστασή τους. Από τις ιδιότητες αυτές, η τελευταία θα είναι ίσως η σπουδαιότερη.
Η υποτακτικότητά τους θα καλλιεργείται με τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται στον στρατό ή ίσως με τις απαλότερες μεθόδους που χρησιμοποιούνται στον προσκοπισμό.
Ολα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, θα διδάσκονται από μικρή ηλικία να αγαπούν τη «συνεργασία», δηλαδή να κάνουν ό,τι ακριβώς κάνουν και τ’ άλλα παιδιά. Η πρωτοβουλία θα αποθαρρύνεται. Μετά την αποφοίτησή τους από το σχολείο θα διδάσκονται μια ειδικότητα.
Από το άλλο μέρος, τα παιδιά που θα επιλέγονται για ν’ αποτελέσουν μέλη της κυβερνώσας τάξης, θα παίρνουν ολότελα διαφορετική αγωγή. Θα τους καλλιεργείται αδιάκοπα η αίσθηση του υψηλού τους πεπρωμένου και θα υποβάλλονται σε τριπλή εκπαίδευση: στην καλλιέργεια του πνεύματος, στον αυτοέλεγχο και στη διοίκηση των άλλων.
Ολα αυτά έχουν πλήρη συνάφεια με την ίδρυση πειραματικών σχολείων, που θα εξυπηρετήσουν τα παραπάνω σχέδια της κυβερνώσας τάξης, και τα αφήνω στην κρίση σας.
Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Εφ.Συν.» τη Δευτέρα 26/04/2020.
