Γυναίκα σπάνιας ευφυΐας παρεπιδημούσε το πάλαι στ’ Απεράθου τσ’ Αξάς – το χωριό μου. Ιδιορρυθμία της άρθρωσης τη δυσκόλευε εξ απαλών ονύχων να προφέρει το δέκατο έβδομο γράμμα της αλφαβήτου. Τα τρίστρατα τ’ Απεραθιού απέχουν ικανή απόσταση απ’ τη θάλασσα κι η Ψιλή Αμμος, στη φιλόξενη αγκαλιά της οποίας περνούσε τα καλοκαίρια της, ελάχιστα βότσαλα διαθέτει, ώστε να επαναλάβει το σωτήριο κόλπο του Δημοσθένη. «Ρητορικά χαλίκια» το στιχουργεί δημοφιλής τραγουδοποιός της εντεχνίλας σε γνωστό σουξέ.
Επρεπε να γλιτώσει η δόλια την καζούρα των αρρένων και των κορασίδων της γειτονιάς, το σκληρό μπούλινγκ των παιδιών καταπώς θα το λέγαμε σήμερα, που θα την ακολουθούσε σφοδρότερο αργότερα στο σχολείο και στην ενήλικη ζωή. Εκπαίδευσε εαυτόν, λοιπόν, να μην ξαναπεί λέξη περιέχουσα το ένοχο «ρο». Επιστράτευσε άφθονη φαιά ουσία για να τα καταφέρει και όση κατανάλωνε τόσο το τσερβέλο της περιέργως παρήγαγε κι άλλη.
Ιδιοφυΐα σωστή ανάμεσα στη χορεία των ψευδών. Ο πρωτότοκος κανακάρης της βαφτίστηκε Γιώργης, αλλά εκείνη τον προσφωνούσε παντού και πάντοτε «ο Μεγάλος μου γιος». Το στερνοπούλι της ονομαζόταν Δημήτρης, όμως αυτή τον έλεγε μονίμως «Βενιαμίν». Την πρώτη της θυγατέρα, τη Μαρία, την αποκαλούσε «Κακοθάνατη», κατάρα που στα χείλη της μάνας ισοδυναμεί ενίοτε με τρυφερό ευφημισμό. Αφού ξεμπέρδεψε με τους παππούδες και τις γιαγιάδες, έδωσε ανώδυνα ονόματα στα υπόλοιπα τέκνα της:
Τασία, Μιχάλης, Μανώλης, Βούλα. Συλλάβιζε τα ονοματάκια τους και φχαριστιόταν διπλά. Τεράστιο πρόβλημα, όχι αξεπέραστο, συνιστούσε ο σύζυγός της. Προφανώς δεν μπορούσε να τον πει «ο άντρας μου»· το «ρο» μες στη μέση ορθωνόταν εμπόδιο χειρότερο κι απ’ τον φράκτη του Εβρου. Το δε Γρηγόρης, με δύο ολόκληρα «ρο», φάνταζε εντελώς απαγορευτικό. Τον ανέβαζε και τον κατέβαζε νυχθημερόν «το στεφάνι μου». Οι χωριανοί, που ήξεραν το χούι της, την τσιγκλούσαν διαρκώς, μπας και προφέρει το εξοβελιστέο γράμμα, αλλά ουδέποτε τους έκανε τη χάρη να πέσει στην παγίδα.
Ωρυόταν κάποιο σούρουπο αντικρίζοντας την μπουγάδα της απέναντι να κινδυνεύει να σκορπιστεί πέριξ, έρμαιο του ανέμου που λυσσομανούσε. Ηθελε να την ειδοποιήσει, αλλά τι να πει. «Πρόσεξε Κατερίνα μη σου πάρει ο αέρας τα ρούχα». Τόσα «ρο» ούτε σε κατάρα. Δεν άργησε, ωστόσο, να βρει λύση. Πρόβαλε στο παραθύρι και φώναξε με σιγουριά: «Ω ’ειτόνισσα, έβγα να μαζώξεις τ’ απλωμένα σου ’ιατί θα σ’ τα πάει αούπι ευτός που φυσά». Αούπι στην τοπική διάλεκτο σημαίνει πολύ μακριά.
Νοστάλγησα την πατροπαράδοτη ιστορία, παρακολουθώντας τα ρεζιλίκια του Αδ-όνειδος που επιμένει να αποκαλεί τον Ζόραν Ζάεφ «πρόεδρο της γειτονικής χώρας» και δώσ’ του «γειτονικής χώρας» και ξανά μανά. Δεν τον αφήνουν, βλέπεις, τα εθνικιστικά του συμπλέγματα να την πει Βόρεια Μακεδονία. Τον παίρνουν στο ψιλό ώς κι οι οικοδεσπότες του στα κανάλια. Η διαφορά με τη συμπαθή Απεραθίτισσα έγκειται στο ότι εκείνη προκαλούσε τον πάνδημο θαυμασμό, ενώ ο Μπουμπούκος γίνεται του κόσμου το περίγελο.
