Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι να προσεγγίσει και να προσπαθήσει να αποτιμήσει κανείς τα 40 χρόνια της πορείας της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ανεξάρτητα από το πόσο «ευρωπαϊστής» ή «ευρωσκεπτιστής» είναι καθένας, η σχέση Ελλάδας – Ε.Ε. είναι εξαιρετικά περίπλοκη, σταθερά… ασταθής και πολύ αμφίδρομη για να την εξετάσει μονοδιάστατα: ούτε οι στατιστικές, ούτε οι μετρήσεις κοινής γνώμης, ούτε τα οικονομικά ή δημογραφικά μεγέθη, ούτε η παράθεση των πυκνών γεγονότων, ούτε το διπλωματικό παρασκήνιο ή το θορυβώδες προσκήνιο των ευρωπαϊκών συνόδων κορυφής αρκούν για να αποκωδικοποιήσουν την 40ετή σχέση, ιδιαίτερα στο πλαίσιο μιας δημοσιογραφικής έρευνας. Χρειάζονται όλα αυτά μαζί, αλλά και πάλι με την επίγνωση ότι το αποτέλεσμα θα είναι αποσπασματικό.

Εξάλλου, όπως απέδειξε η τεράστια περιπέτεια του Brexit, η σχέση κάθε χώρας με την ευρωπαϊκή οντότητα και τους θεσμούς της είναι τόσο αμφίδρομη και περίπλοκη, ώστε ακόμη και στην περίπτωση της Βρετανίας, που στα 47 χρόνια παραμονής στην ΕΟΚ-Ε.Ε. αυτοεξαιρούνταν σταθερά από τις περισσότερες κοινές πολιτικές, ο χωρισμός είναι αδύνατος χωρίς βαρύτατους «ακρωτηριασμούς» και στις δυο πλευρές.

Αυτό ισχύει στην περίπτωση της «αυτοκρατορικής» Μεγάλης Βρετανίας, αλλά ισχύει και στην περίπτωση της «μικρής» Ελλάδας, που η επίδρασή της στο περίπλοκο θεσμικό οικοδόμημα της Ε.Ε. είναι αντιστρόφως ανάλογη με το ειδικό βάρος και την επιρροή της. Ειδικά την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης χρέους μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα κυριολεκτικά διαμόρφωσε θεσμικά την Ε.Ε. και την ευρωζώνη. Οχι κατ’ επιλογή του πολιτικού συστήματός της ή της κοινωνίας της. Αλλά γιατί η ελληνική κρίση χρέους χρησιμοποιήθηκε ως βασικό «οικοδομικό» υλικό στη θεσμική ολοκλήρωση της νομισματικής ένωσης, με σιδηρούς κανόνες και όργανα που προκάλεσαν οικονομικό και κοινωνικό σοκ, πολιτικούς κλονισμούς και μεγάλο θυμό στην ελληνική κοινή γνώμη.

Κι αυτή είναι μια πρώτη διάσταση από την οποία μπορεί να ξεκινήσει κανείς την αποτίμηση της 40χρονης πορείας της Ελλάδας στην Ε.Ε. Πώς αξιολογούσε η ελληνική κοινή γνώμη αυτή τη σχέση, σύμφωνα με τις μετρήσεις του Ευρωβαρόμετρου, της υπηρεσίας δημοσκοπήσεων της Ε.Ε. που καταγράφει σταθερά από το 1970 τις τάσεις της κοινής γνώμης; Παρότι στα 40 χρόνια και η μεθοδολογία του Ευρωβαρόμετρου έχει αλλάξει αρκετές φορές, αλλά και το «δείγμα» της κοινής γνώμης υφίσταται διαρκείς μετασχηματισμούς, οι μετρήσεις αυτές, σε συνδυασμό με βασικούς σταθμούς του χρονολόγιου της ευρωελληνικής σχέσης, μας δίνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα για την «κυκλοθυμία» της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην ΕΟΚ-Ε.Ε.

Η πρώτη δεκαετία μετά την ένταξη στην ΕΟΚ –η Ελλάδα έγινε το 1981 και τυπικά το 10 μέλος της– μπορεί να χαρακτηριστεί δεκαετία της μεγάλης καχυποψίας. Οι θετικές γνώμες για την ΕΟΚ και την ένταξη της Ελλάδας σε αυτή τα πρώτα χρόνια είναι μειοψηφικές, δεν ξεπερνούν το 33%, έναντι μιας πλειοψηφίας «αδιάφορης» ή «αρνητικής». Ο πολιτικός «βολονταρισμός» της καραμανλικής Ν.Δ., που δρομολόγησε την ένταξη, αγνόησε τότε όχι μόνο την αρνητική ή κριτική στάση της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ –που κι αυτό διακήρυσσε τότε «Οχι στην ΕΟΚ των μονοπωλίων»–, αλλά και τη δικαιολογημένη δυσφορία της μεταπολιτευτικής ελληνικής κοινωνίας για την ασαφή στάση της Ευρώπης απέναντι στη δικτατορία ή την κυπριακή τραγωδία.

Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, ωστόσο, καταγράφεται μια θεαματική μεταστροφή της κοινής γνώμης σε μια σαφώς πιο φιλοευρωπαϊκή στάση, με τις θετικές γνώμες να υπερβαίνουν το 40%. Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1990, με τη σαφή ώθηση που έδωσε η πτώση του Τείχους, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των χωρών του ανατολικού μπλοκ, η θετική στάση απέναντι στην ΕΟΚ-Ε.Ε. απογειώνεται: το 1991 το συντριπτικό 73% της ελληνικής κοινής γνώμης, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, αποτιμά θετικά την Ε.Ε. και τη συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν, αρκετά πάνω από το 69% του μ.ό. όλων των χωρών της τότε Ενωσης. Κι αυτή η υπεροχή του ελληνικού «ευρωπαϊσμού» έναντι των λοιπών Ευρωπαίων, είναι σταθερό χαρακτηριστικό μέχρι και τις παραμονές της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Ολη αυτά τα χρόνια, μια δεκαπενταετία χοντρικά της μεγάλης «ευρω-ευφορίας», οι αρνητικές γνώμες των Ελλήνων για την Ε.Ε. κυμαίνονται μεταξύ 7% και 13%.

Σ’ αυτή τη μεταστροφή, φυσικά, μεγάλο ρόλο παίζουν η αποσαφήνιση της ευρωπαϊκής πολιτικής του πολιτικού συστήματος –το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου όχι απλώς μεταστρέφεται υπέρ της Ε.Ε., αλλά γίνεται και συνδιαμορφωτής της–, αλλά… και τα κοινοτικά χρήματα. Η απειλή της δεκαετίας του 1980, ότι «οι Ελληνες θα γίνουν τα γκαρσόνια της Ευρώπης» –που παρά τη σχηματικότητά της είχε βάση και σε μεγάλο βαθμό αποτυπώνεται στον δραματικά εύθραυστο μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας, όπως απέδειξε η πανδημία– αντισταθμίστηκε από την υιοθέτηση των πρώτων ευρωπαϊκών πολιτικών συνοχής και αποκατάστασης των τεράστιων ανισοτήτων.

Η αρχή έγινε με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα και τη συνέχεια έδωσαν τα «πακέτα Ντελόρ», που ως Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης ή Μακροπρόθεσμοι Προϋπολογισμοί, μαζί με τους πόρους της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, έγιναν πια σταθερά στοιχεία της ευρωπαϊκής τελετουργίας.

Η περίοδος της «ευρω-ευφορίας»

40 χρόνια στην Ε.Ε.: Μια σχέση μεταξύ στοργής και… οργής

Ανεξάρτητα από την επιτυχία και την αποτελεσματικότητά τους, τα δισεκατομμύρια κοινοτικών πόρων που εισέρρευσαν στην Ελλάδα από το 1988 και μετά προφανέστατα τροφοδότησαν την κυρίαρχη «ευρω-ευφορία» της κοινής γνώμης και από πολλές απόψεις είχαν και μια διάσταση ηθικού και πολιτικού εκμαυλισμού της: η διαμεσολάβηση των κυβερνήσεων, του εγχώριου πολιτικού συστήματος και μιας «τεχνοκρατίας των κοινοτικών πακέτων» ευθύνεται για πλήθος σκανδάλων στη διαχείριση των πόρων και στη διοχέτευση μεγάλου μέρους τους σε «εθνικούς» εργολάβους και προμηθευτές, σε παλιά και νέα «τζάκια» της επιχειρηματικής ελίτ.

Η σκανδαλώδης διάσταση της «ευρω-ευφορίας» δεν ήταν φυσικά αποκλειστικά ελληνική πρωτοτυπία –συνέβη και στις καλύτερες οικογένειες–, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας προκάλεσε την έντονη ενόχληση της κατά κανόνα πρόθυμης να κάνει τα στραβά μάτια ευρωπαϊκής «νομενκλατούρας», με αποκορύφωμα τις παρεμβάσεις για τα «greek statistics».

Η ελληνική κοινή γνώμη –πιθανότατα και το πολιτικό σύστημα– δεν αντιλήφθηκαν εγκαίρως τι σήμανε η ανάδειξη της Ελλάδας σε «μαύρο πρόβατο» της Ε.Ε., με αφορμή τις στατιστικές αλχημείες που αποκάλυψαν οι κυβερνήσεις Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ για να καταφέρουν αμοιβαία πλήγματα. Εξ ου και η μετεξέλιξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης σε «ελληνική κρίση χρέους» και η βάναυση μετατροπή της ελληνικής κοινωνίας σε «πειραματόζωο» μιας κυκλοθυμικής και εχθρικής ευρωπαϊκής ηγεσίας, που προσφεύγει στη καταστροφική τεχνογνωσία του ΔΝΤ για να σώσει την ευρωζώνη –και τις ευρωπαϊκές τράπεζες–, προκάλεσε την κατάρρευση με πάταγο της «ευρω-ευφορίας»: το 2013, κι ενώ υλοποιείται το σκληρό δεύτερο μνημόνιο, μόλις το 16% της ελληνικής κοινής γνώμης έχει θετική εικόνα για την Ε.Ε., έναντι 54% που έχει αρνητική και 29% αδιάφορη, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο.

Αυτή η εικόνα, μέρος της ανάλογης πανευρωπαϊκής, αλλά πολύ ηπιότερης τάσης, μετριάζεται κάπως στις αρχές του 2015, αλλά επανέρχεται δριμύτερη μετά το Τρίτο Μνημόνιο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, το 2016, με 51% αρνητικές γνώμες, έναντι 27% ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Επειτα από τη μνημονιακή δεκαετία του «μεγάλου θυμού» με την Ε.Ε., κι αφού έχει μεσολαβήσει μια αμφιλεγόμενη ευρωπαϊκή διαχείριση της νέας κρίσης που προκάλεσε η πανδημία, η ελληνική κοινή γνώμη –και σε μεγάλο βαθμό και η ευρωπαϊκή– φαίνεται να έχουν επιστρέψει στην καχυποψία της πρώτης δεκαετίας: στο τελευταίο Ευρωβαρόμετρο (χειμώνας 2020-2021), οι θετικές γνώμες μειοψηφούν, η «άρνηση» και η «ουδετερότητα» (ευμενής ή δυσμενής, άραγε;) παραμένουν σε πολύ ψηλά επίπεδα. Κι αυτή τη φορά το χρήμα ίσως δεν φτάνει για να μεταλλαχθεί η καχυποψία σε ευρω-ευφορία.

40 χρόνια στην Ε.Ε.: Μια σχέση μεταξύ στοργής και… οργής

Πώς μας βλέπουν οι Ευρωπαίοι

Δυο κείμενα με την αποτίμηση της ευρωπαϊκής «θητείας» της Ελλάδας, πέρα από τα στερεότυπα της προηγούμενης δεκαετίας

Η δεκαετία της κρίσης χρέους και οι ατελέσφοροι χειρισμοί της από την ηγεσία της Ε.Ε. προκάλεσαν βαθιά τραύματα στην όποια εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων στους θεσμούς της Ε.Ε. και εξάρσεις του λεγόμενου ευρωσκεπτικισμού όχι μόνο στην Ελλάδα, που αναδείχθηκε εκούσα άκουσα υπερδύναμη της κρίσης, αλλά ακόμη και σε χώρες του σκληρού, ιδρυτικού πυρήνα της Ε.Ε. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2013, η «αρνητική» αξιολόγηση της Ε.Ε. στο σύνολο των 27 υπερδιπλασιάζεται στις καταγραφές του Ευρωβαρόμετρου (28%, από 13% το 2007) και το ίδιο συμβαίνει το 2016 (27%), αφού είχε προηγηθεί η κρίση του 2015 και το τρίτο ελληνικό Μνημόνιο.

Μια ειδική διάσταση του «ευρωπαϊκού ευρωσκεπτικισμού» ήταν η υστερική προβολή στερεοτύπων εις βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων, η εικόνα του «μαύρου πρόβατου» της Ε.Ε. που του άξιζε ο εξοστρακισμός (το Grexit) ή οποιαδήποτε σκληρή τιμωρία, από την περικοπή των συντάξεων μέχρι… την πώληση της Ακρόπολης. Το χειρότερο είναι ότι αυτόν τον κραυγαλέο λαϊκισμό εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας τον υπέθαλψαν όχι μόνο χυδαία ταμπλόιντ τύπου «Bild», αλλά και ηγέτες χωρών ή εκπρόσωποι θεσμικών οργάνων της Ε.Ε. –και δεν ήταν μόνο ο Σόιμπλε ή ο Ντάισελμπλουμ– συνδεδεμένοι κυρίως με τις συντηρητικές πολιτικές ομάδες, αλλά και με τους σοσιαλδημοκράτες.

Τι έχει απομείνει από αυτή την τραυματική για τη συνοχή της Ε.Ε. συμπεριφορά; Πώς μας βλέπουν οι άλλοι και πώς αποτιμούν τη 40χρονη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε. άνθρωποι με μακροχρόνια παρουσία στις Βρυξέλλες και σταθερή παρακολούθηση των ευρωπαϊκών διεργασιών;

Η ανταποκρίτρια της «Εφ.Συν.» στις Βρυξέλλες Μαρία Ψαρά ζήτησε από τους εκπροσώπους δυο προσηλωμένων στην ενοποίηση φορέων, των «Ευρωπαίων Φεντεραλιστών» και του «Ιδρύματος Σούμαν», να κάνουν την αποτίμηση. Στα κείμενα (τα μετέφρασε και επιμελήθηκε η Μ. Ψαρά) που έγραψαν γι’ αυτό το μινι αφιέρωμα, ο Σάντρο Γκότζι και ο Ερίκ Μορίς κάνουν αυτή την αποτίμηση με διόλου κοινότοπο τρόπο.