Είναι πια ευρέως γνωστό ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις με την επιστήμη, είτε το ζήτημα ήταν η κλιματική αλλαγή είτε η σοβαρότητα του κορονοϊού και οι τρόποι αντιμετώπισής του. Οπότε λίγοι πρέπει να έπεσαν από τα σύννεφα όταν η ΕΡΑ, η Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας, δημοσιοποίησε την Τετάρτη μια έκθεση στην οποία παραδεχόταν για πρώτη φορά τη συμβολή του ανθρώπινου παράγοντα στην υπερθέρμανση του πλανήτη και τη γνωστοποίηση της οποίας καθυστερούσε η προηγούμενη κυβέρνηση επί τρία συναπτά έτη. Πρόκειται για το παράρτημα της ΕΡΑ που αφορά τους δείκτες κλιματικής αλλαγής (Climate Change Indicators), η ιστοσελίδα του οποίου ανανεώθηκε για τελευταία φορά το… 2016. Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια την ΕΡΑ, η έκθεση της Τετάρτης αποτελεί πραγματική καινοτομία καθώς ούτε επί κυβέρνησης Ομπάμα είχε γίνει κάποια μνεία στη μερική, έστω, ευθύνη της ανθρώπινης δραστηριότητας για την αλλαγή του κλίματος.
«Θέλουμε να προσεγγίσουμε τους ανθρώπους σε κάθε γωνιά της χώρας γιατί δεν υπάρχει μικρή ή μεγάλη πόλη ούτε αγροτική κοινότητα που να μην επηρεάζεται από την κλιματική κρίση. Οι Αμερικανοί βλέπουν και νιώθουν τις συνέπειές της με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα», δήλωσε ο Μάικλ Ρίγκαν, ο νέος διευθυντής της ΕΡΑ, ο οποίος διορίστηκε τον περασμένο Μάρτιο από την κυβέρνηση Μπάιντεν. Οπως μάλιστα είπαν στην Washington Post μέλη του προσωπικού της υπηρεσίας, η χώρα έχει μπει σε «αχαρτογράφητα νερά».
Αλλά ας δούμε τι σημαίνει πρακτικά αυτό, σύμφωνα με την έκθεση. Οι πλημμύρες σήμερα είναι πέντε φορές συχνότερες στις παράκτιες πόλεις του Ατλαντικού και του Κόλπου του Μεξικού συγκριτικά με τη δεκαετία του ’50. Οι πάγοι στην Αρκτική Θάλασσα λιγοστεύουν. Κάθε καλοκαίρι μειώνεται η έκταση που καλύπτουν. Τον Σεπτέμβρη του 2020 μάλιστα καταγράφηκε η μικρότερη στα χρονικά ποσότητα πάγων στη θάλασσα. Το 2020 επίσης η θερμοκρασία του νερού των ωκεανών έφτασε σε ύψη-ρεκόρ.
Η εποχή των δασικών πυρκαγιών και η εποχή της γύρης αρχίζουν νωρίτερα και διαρκούν περισσότερο. Τα κύματα καύσωνα είναι πλέον τριπλάσια σε συχνότητα συγκριτικά με τη δεκαετία του ’60. Οσο για τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας κατά τους θερινούς μήνες έχει σχεδόν διπλασιαστεί από το 1973. Το 2015, το 17% του ρεύματος που κατανάλωσε το μέσο αμερικανικό νοικοκυριό μέσα στο καλοκαίρι αφορούσε τη χρήση ερκοντίσιον.
Η κλιματική αλλαγή όμως σχετίζεται άμεσα και με την έξαρση μολυσματικών ασθενειών. Για παράδειγμα, η νόσος του Lyme, μια πολυσυστημική διαταραχή που οφείλεται σε τσιμπούρια και είναι ενδημική κυρίως στη Νέα Αγγλία, στο Λονγκ Αϊλαντ και στο βορειοδυτικό τμήμα των ΗΠΑ και του Καναδά. Τα κρούσματά της έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από το 1991 καθώς τα τσιμπούρια που την προκαλούν έχουν κάνει την επανεμφάνισή τους σε μέρη όπου πρωτύτερα αδυνατούσαν να επιβιώσουν εξαιτίας του κρύου.
«Μολονότι η έκθεση της ΕΡΑ δεν κάνει προβλέψεις για το μέλλον», σχολιάζει η Washington Post, «αφήνει να εννοηθεί ότι θα ακολουθήσουν εποχές μεγάλων καταστροφών για τις ΗΠΑ και άλλα αναπτυγμένα βιομηχανικά κράτη αν δεν δράσουν άμεσα στο πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη». «Η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής δεν είναι προαιρετική. Εχει ουσιώδη σημασία για την ΕΡΑ», σχολίασε ο διευθυντής της υπηρεσίας Μάικλ Ρίγκαν, προσθέτοντας πως «θα προχωρήσουμε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος διότι γνωρίζουμε πόσα διακυβεύονται».
Γεγονός είναι ότι ο Τζο Μπάιντεν προσπαθεί να δείξει πολλαπλώς ότι σκοπεύει να ακολουθήσει μια εκ διαμέτρου αντίθετη περιβαλλοντική πολιτική από αυτήν του προκατόχου του. Από το διάταγμα με ισχυρή συμβολική σημασία για την επιστροφή των ΗΠΑ στη Διεθνή Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα, λίγες μόλις ώρες αφότου ανέλαβε τα καθήκοντά του, έως την πρόσφατη τηλεδιάσκεψη για το περιβάλλον και το κάλεσμά του για παγκόσμια συντονισμένη δράση κατά της κλιματικής αλλαγής, όπου έθεσε μάλιστα τον μεγαλεπήβολο στόχο για μείωση έως 52% των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου μέχρι το 2030. Το τι από όλα αυτά θα υλοποιηθεί είναι πολύ νωρίς για να το πούμε. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια μικρά μεν, χαρακτηριστικά δε, δείγματα γραφής.
Tην Πέμπτη, η ΕΡΑ ανακάλεσε έναν κανονισμό που εισήγαγε πέρυσι η κυβέρνηση Τραμπ και ο οποίος έθετε περιορισμούς στη δυνατότητα της υπηρεσίας να αποφαίνεται σχετικά με τα όρια και τον βαθμό επικινδυνότητας των αερίων που εκπέμπουν οι βιομηχανίες. Πρόκειται για τον κανονισμό «οφέλους – κόστους», άλλη μία ανάμεσα στις πολλές αποφάσεις του Τραμπ που είχαν στόχο να απαλλάξουν τις βιομηχανίες από επιβαρυντικές για τις ίδιες, αλλά απαραίτητες για την προστασία του περιβάλλοντος, ρυθμίσεις.
Χθες, παράλληλα, επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η πρώτη συνάντηση μιας νέας 46μελούς ομοσπονδιακής επιστημονικής ομάδας δράσης στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι από περισσότερες από δέκα ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Η αποστολή της είναι να ελέγξει σε ποιον βαθμό από το 2009 και μετά παρενέβη η πολιτική σε αποφάσεις που θα έπρεπε να βασίζονται σε αυστηρά επιστημονικά κριτήρια και να βρει τρόπους να κρατήσει την πολιτική μακριά από τις εκάστοτε κυβερνητικές αποφάσεις πάνω σε επιστημονικά ζητήματα.
«Αυτή η προσπάθεια», σύμφωνα με το Associated Press, «είναι καρπός του φόβου ότι ο Τραμπ πολιτικοποίησε την επιστήμη με τρόπους που έθεσαν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, έπληξαν την εμπιστοσύνη του κοινού απέναντι στους επιστήμονες και επιδείνωσαν την κλιματική αλλαγή». Οπως είπε στο αμερικανικό ειδησεογραφικό πρακτορείο η Τζέιν Λουμπτσένκο, αρμόδια για θέματα κλίματος και περιβάλλοντος στο Γραφείο Επιστημονικής και Τεχνολογικής Πολιτικής του Λευκού Οίκου, «θέλουμε να μπορεί ο κόσμος να εμπιστεύεται αυτά που του λέει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, είτε έχουν να κάνουν με την πρόγνωση του καιρού είτε με την ασφάλεια των εμβολίων είτε με οτιδήποτε άλλο».
