Την όπερα «Δέσπω» του Επτανήσιου Παύλου Καρρέρ και καινούργιες χορογραφήσεις σύγχρονων διασκευών κάποιων από τους «36 Ελληνικούς Χορούς» του Σκαλκώτα επέλεξε να προσφέρει η ΕΛΣ ως πρώτη της συνεισφορά, αποκλειστικά με δικές της δυνάμεις, στην επέτειο των 200 χρόνων από την έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας το 1821.
Λόγω των απαγορευτικών υγειονομικών περιορισμών της πανδημίας, όπερα και μπαλέτο δεν παρουσιάστηκαν ζωντανά ενώπιον κοινού, αλλά μαγνητοσκοπήθηκαν και διατίθενται με εισιτήριο μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας GNO TV (17/5-14/7/2021). Η παραγωγή υλοποιήθηκε μέσω της δωρεάς του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ) για τη στήριξη του επετειακού προγράμματος της ΕΛΣ και τέθηκε υπό την αιγίδα της Α.Ε. της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου.
Η «Δέσπω» έχει παρουσιαστεί συναυλιακά από την ΕΛΣ το 1974 και το 2008, συνεπώς το τωρινό ανέβασμα είναι το πρώτο σκηνικό. Ο Καρρέρ συνέθεσε αυτή την ημίωρης διάρκειας όπερα το 1875, σε λιμπρέτο του Αντώνιου Μανούσου, καθηγητή υποκριτικής στο Ωδείο Αθηνών, ο οποίος είχε περιλάβει το γνωστό δημοτικό τραγούδι «Της Δέσπως» στη «Συλλογή δημοτικών ασμάτων» που εξέδωσε στην Κέρκυρα το 1850.
Την προόριζε να ανεβεί από σπουδαστές και καθηγητές του νεοϊδρυθέντος Ωδείου. Ωστόσο, λόγω οικονομικής και καλλιτεχνικής ανεπάρκειας των σπουδαστών, αυτή πρωτοπαρουσιάστηκε τελικά από ιταλικό θίασο, στα ιταλικά, στο νεόδμητο Θέατρο «Απόλλων» της Πάτρας το 1883. Τις δυνάμεις της ΕΛΣ στην παράσταση που παρακολουθήσαμε στην GNO TV διηύθυνε ο Γιώργος Ζιάβρας υποστηρίζοντας θαυμάσια τόσο τις λυρικές δημοτικοφανείς μελωδίες όσο και την α λα πρώιμο Βέρντι ηρωική ρητορεία του Καρρέρ. Την επιμέλεια του μουσικού κειμένου έκανε ο Γιάννης Σαμπροβαλάκης.
Η σκηνοθεσία ήταν του Γιώργου Νανούρη, σκηνικά και κοστούμια υπέγραψε ο Αγγελος Μέντης και τους υποβλητικούς θεατρικούς φωτισμούς ο Αλέκος Γιάνναρος. Παρεξηγώντας ή υποτιμώντας(;) τον χρηστικό προορισμό του έργου, το θέαμα κινήθηκε μεταξύ φολκλορικής ψευδοακρίβειας και αμήχανης αφαίρεσης: αρθρώθηκε με στατικότητα και μετωπικότητα, κατέφυγε σε άνευ νοήματος έντονα γραμμική κίνηση, επέμεινε πολύ και αδικαιολόγητα στο σκοτάδι…
Τα «βυζαντινά» βουνά του Μέντη ενέγραψαν εύστοχα το ηρωικό φινάλε στην αγιογραφική εθνική μυθολογία. Τον ηρωικό επώνυμο ρόλο σίγουρα θα απέδιδε καλύτερα μια μεγαλύτερη και βαρύτερη φωνή από αυτήν που διαθέτει η Αρτεμις Μπόγρη η οποία, ωστόσο, υποστήριξε την παρτιτούρα της με αφειδώλευτη αφιέρωση. Καλοί ήσαν οι συμπρωταγωνιστές της Δημήτρης Πακσόγλου, Διαμάντη Κριτσωτάκη και Γιάννης Σελητσανιώτης, ακριβείς και σωστές η Χορωδία και η Ορχήστρα της ΕΛΣ.
Ο δεδομένος και δηλωμένος συσχετισμός με τη μείζονα εθνική επέτειο φόρτισε προκαταβολικά το ανέβασμα της «Δέσπως» με υψηλές προσδοκίες, κυρίως λόγω της ατελούς αντιμετώπισης του εθνικού ιστορικού ρεπερτορίου (Επτανήσιοι, Εθνική Σχολή) στα πεδία της όπερας αλλά και του χοροδράματος. Το δύσκολο ερώτημα του πώς το μοναδικό λυρικό θέατρο της χώρας διαχειρίζεται σήμερα τις όπερες των Καρρέρ, Λαυράγκα, Καλομοίρη και άλλων παραμένει αναπάντητο. Μιλάμε για μια αντιμετώπιση που να διέπεται από σοβαρότητα, ευρεία ιστορική γνώση/συναίσθηση και ειλικρίνεια˙ δηλαδή που να μην είναι ούτε διεκπεραιωτική, ούτε αβασάνιστης ευκολίας.
Προφανώς αυτό δεν είναι άσχετο και με την αμήχανη εγχώρια πρόσληψη και διαχείριση της όπερας γενικότερα στον μουσικό πολιτισμό της Μεταπολίτευσης. Ακόμη βαθύτερα, το θέμα εμπλέκεται με το περίφημο διακύβευμα της «ελληνικότητας» και τις αγωνιώδεις προσπάθειες του ελληνικού Μεσοπολέμου να συνάψει (και) στο πεδίο του μουσικού πολιτισμού μια λειτουργική σύνθεση της εθνικής ταυτότητας με τον εκσυγχρονιστικό μοντερνισμό. Σε κάθε περίπτωση η σχέση του σημερινού Ελληνα με την ιστορική κληρονομιά της εγχώριας σοβαρής μουσικής, δηλαδή το ιστορικό των διαδοχικών (μουσικών) διαχειρίσεων του παραπάνω διακυβεύματος, παραμένει αδιέξοδα παγιδευμένη στην απώθηση, την απουσία γνώσης και εξοικείωσης και στην εμπλοκή σε στρεβλώσεις που έρχονται από τη σφαίρα της πολιτικής διαμάχης.
ΥΓ.: Εξορισμένος στο περιθώριο μας περιμένει όλους –ΕΛΣ, τραγουδιστές, σκηνοθέτες, μουσικολόγους, οπερόφιλο κοινό, δισκογραφία- η μέγιστη πανελλήνια επιτυχία του Μεσοπολέμου, ο ηρωικός «Μάρκος Μπότσαρης». Μουσική γεμάτη αυτοπεποίθηση, δραματουργία κατ’ ευθείαν από θερμό πυρήνα της Ιστορίας, με δυνατές προκλήσεις για ένα σύγχρονο ανέβασμα και απαιτήσεις να αναμετρηθούμε μαζί της συναισθηματικά αλλά και όσον αφορά το ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε.
