Στις 27 Ιουλίου 2015, η Β.Δ., συνταξιούχος γιατρός, όντας σε κακή ψυχολογική κατάσταση λόγω απώλειας της μητέρας της και ενός έντονου διαπληκτισμού με τον εξάδελφό της, εισήχθη -με εισαγγελική παραγγελία- στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο για 48ωρη παρακολούθηση.
Ακολούθησε ένας κυκεώνας δικαστικών διαδικασιών και η αναγκαστική της «νοσηλεία» σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική. Συνολικά έμεινε 3½ χρόνια «έγκλειστη και απομονωμένη»!
Η διάταξη που εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 2020 από την Εισαγγελία Εφετών αποτελεί σταθμό δικαίωσης για κάθε αυθαίρετη αιχμαλωσία πολίτη. Με τη διάταξη αυτή ο αντεισαγγελέας Εφετών κάνει δεκτή την προσφυγή της ενάγουσας για την πράξη παράνομης κατακράτησης σε βάρος της από την υπεύθυνη ψυχίατρο ιδιωτικής κλινικής και από τον αδελφό της, που αυθαίρετα διορίστηκε ως δικαστικός συμπαραστάτης της.
Ο εισαγγελέας ζητά τη δίωξη και των δύο για το παραπάνω αδίκημα, ενώ το αδίκημα άσκησης παράνομης βίας (για το οποίο επίσης είχε προσφύγει η ενάγουσα) δεν έγινε δεκτό λόγω παραγραφής.
Η διάταξη αυτή σχεδόν συνέπεσε με την απόφαση της υφυπουργού Ζωής Ράπτη, βάσει της οποίας ενισχύθηκαν οι κερδοφόρες μπίζνες της ιδιωτικής υγείας, ακριβοπληρωμένες από τον βασικό τους πελάτη, δηλαδή τον ΕΟΠΥΥ (ΦΕΚ αρ. 4704).
Ενώ θέριευε το δεύτερο κύμα της πανδημίας, με την ιατρική κοινότητα ήδη εξουθενωμένη και αποδυναμωμένη από τις ανεγκέφαλες πολιτικές της κυβέρνησης, η υπουργική απόφαση άνοιξε και τυπικά διάπλατες τις πόρτες στις ιδιωτικές κλινικές ψυχικής υγείας.
Διασπορά του εγκλεισμού
«Με γνώμονα το… συμφέρον του ασθενούς μπορεί πλέον το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο να διατάξει, χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς, τη συνέχιση της νοσηλείας του σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική.
Η απόφαση αποκλείει τις κλινικές που έχουν σε βάρος τους αρνητικές εκθέσεις από την “Ειδική επιτροπή προστασίας δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχικές διαταραχές”. Φαντάζεται κανείς τι θα συμβαίνει στο μέλλον με τις ακούσιες και κερδοφόρες νοσηλείες στις ιδιωτικές κλινικές.
Ενα βέβαιο αποτέλεσμα της Υ.Α. θα είναι η διασπορά του εγκλεισμού, η μεταβίβαση πόρων, αλλά κυρίως ότι ο ακούσιος εγκλεισμός τίθεται εκτός ελέγχου, μια και, για παράδειγμα, ο Συνήγορος του Πολίτη δεν έχει αρμοδιότητα ελέγχου σε ιδιωτικούς φορείς.
Μοναδικός ελεγκτικός φορέας με απλή γνωμοδοτική ισχύ, η “άοπλη” ειδική επιτροπή της οποίας τα μέλη με περίσσευμα καρδιάς διαθέτουν τον πολύτιμο χρόνο τους στο πλευρό των ευάλωτων, ενώ θα κληθούν να ελέγχουν πάνω από 40 κλινικές και να συντάσσουν εκθέσεις» («Κάνουν τους ψυχικά ασθενείς πελάτες των ιδιωτικών κλινικών (και) χωρίς τη θέλησή τους», «Εφ.Συν.» 22.11.2020).
Αυτά γράφαμε τότε, παρουσιάζοντας και τρία πολύ επιβαρυντικά πορίσματα ελέγχου για τρεις διαφορετικές ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές. Πριν αλέκτορα φωνήσαι, προέκυψε πολύ σοβαρό αδίκημα για πράξεις που συντελέστηκαν σε μία από αυτές τις κλινικές και το οποίο αφορούσε έναν μακροχρόνιο ακούσιο και προφανώς καλοπληρωμένο εγκλεισμό.
Ας δούμε την υπόθεση όπως ιστορείται στη Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας (υπ’ αριθμ. 82/2020). Συγκεκριμένα, μια γυναίκα -λίγες μέρες μετά την εισαγωγή της στο Σοσμανόγλειο (2015)- μεταφέρθηκε παράνομα από τον αδελφό της σε ιδιωτική ψυχιατρική κλινική της Λάρισας, όπου έμεινε -χωρίς τη θέλησή της- μέχρι τις 20 Νοεμβρίου του 2018, οπότε απελευθερώθηκε με απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
Ολο αυτό το διάστημα της απαγορευόταν η τηλεφωνική επικοινωνία, δεν της επιτρεπόταν να λάβει τις επιστολές και τα βιβλία που της έστελναν, ενώ στερούνταν οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, ακόμα και για την αγορά ειδών από το κυλικείο. Ολα αυτά ενώ η ίδια διέθετε αξιόλογη περιουσία και σταθερά εισοδήματα.
Παράλληλα ξεκίνησαν δικαστικές διαδικασίες για το ότι τέθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, αρχικά στα δικαστήρια των Αθηνών και στη συνέχεια της Λάρισας. Το τραγικό στην υπόθεση είναι ότι οι κλήσεις για τα δικαστήρια είτε κοινοποιούνταν στο σπίτι της στην Αθήνα είτε παραλαμβάνονταν από την υπεύθυνη ψυχίατρο της κλινικής.
Κάθε φορά η τελευταία εξέδιδε «βεβαίωση» ότι η ασθενής δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο δικαστήριο. Μάλιστα μία φορά ο αδελφός έστειλε και εξώδικο στην Κλινική για να μην επιτρέψουν στην αδελφή του να εξέλθει και να πάει στο δικαστήριο.
Ολα αυτά αποτυπώνονται με λεπτομέρειες στην εισαγγελική διάταξη. Από το 2016 είχε διοριστεί ο αδελφός ως προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης για να διαχειρίζεται την περιουσία της. Τέλος, ένας πραγματογνώμονας, που κάποια στιγμή διορίστηκε, φαίνεται να αρκέστηκε στις βεβαιώσεις της συναδέλφου του.
Η δικαστική απόφαση για την ακούσια νοσηλεία της εκδόθηκε το 2017 και κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση όπως και την αίτηση για δικαστική συμπαράσταση, που απορρίφθηκε οριστικά το 2018, παρά τον διαρκή δικαστικό αγώνα που διεξήγε ο αδελφός της. Ωστόσο ποτέ δεν της δόθηκε εξιτήριο.
Τελικά, μόλις το 2018, όταν η Ειδική Επιτροπή Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ψυχ. Ασθενών άρχισε να ζητά εξηγήσεις για το καθεστώς παραμονής και νοσηλείας της ασθενούς, άρχισαν να αντιλαμβάνονται στην Κλινική ότι σφίγγει ο κλοιός. Οταν μάλιστα η δεύτερη επιστολή της Επιτροπής κοινοποιήθηκε στον εισαγγελέα, εσπευσμένα δόθηκε εξιτήριο.
Ο εισαγγελέας Πρωτοδικών παρ’ όλα αυτά δεν βρήκε ότι είχε τελεστεί κάποιο αδίκημα. Ευτυχώς τελικά επελήφθη ο εισαγγελέας Εφετών Λάρισας, Χρήστος Τόλιας, ο οποίος καταγράφει στο αναλυτικό σκεπτικό του:
● Παράνομη μεταφορά από το Σισμανόγλειο στην Ιδιωτική κλινική, χωρίς την τήρηση εγγυήσεων μετατροπής της ακούσιας νοσηλείας σε εκούσια (με την απαιτούμενη γνωμάτευση δύο επιπλέον ψυχιάτρων).
● Παράνομο εγκλεισμό για 3½ χρόνια.
● Προφανή σκοπό διαχείρισης περιουσίας από τον αδελφό.
Κατόπιν τούτων, ο αντεισαγγελέας παραγγέλλει την άσκηση ποινικής δίωξης στην ψυχίατρο επιστημονικά υπεύθυνη της ιδιωτικής κλινικής και στον αδελφό της ασθενούς. Με την εισαγγελική διάταξη παραγγέλλεται η άσκηση ποινικής δίωξης για παράνομη κατακράτηση κατά της υπεύθυνης ψυχιάτρου της κλινικής και του αδελφού της Β.Δ. Για το αδίκημα της παράνομης βίας, ενώ φαίνεται ότι αυτό στοιχειοθετείται, ο εισαγγελέας θεωρεί ότι έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Σκεπτικό-κόλαφος
Σύμφωνα πάντα με την εισαγγελική διάταξη, το διάστημα της παράνομης κατακράτησης είναι διαρκές και η προθεσμία της παραγραφής του αρχίζει από τη στιγμή που ο κατακρατηθείς ανακτήσει την ελευθερία του, ενώ επισημαίνεται ότι η ακούσια νοσηλεία λόγω ψυχικής διαταραχής ρυθμίζεται από τον Νόμο όπως και η δικαστική συμπαράσταση.
«Είναι μέτρο εξαιρετικό, προϋποθέτει όντως ασθένεια και λαμβάνει χώρα χάριν του θεραπευτικού αποτελέσματος αυτής. Ετσι και η ανάγκη συνέχισης της θεραπείας αποτελεί απόλυτη προϋπόθεση (conditio sine qua non) για τη συνέχιση του εγκλεισμού. Ετσι προστατεύεται και κυρίως ο πάσχων αλλά και οι τρίτοι […]. Επομένως σε περίπτωση αμφιβολίας επικρατεί η υπέρ της ελευθερίας επιλογή».
Στη συνέχεια του σκεπτικού αναφέρονται οι δικαστικές εγγυήσεις που καθιερώνει ο Νόμος και η ΕΣΔΑ με θέσπιση και σύντομων προθεσμιών για την ολοκλήρωση τη διαδικασίας ακούσιας νοσηλείας.
Εφόσον δε μόνο το δικαστήριο μπορεί να διατάξει προσωρινό εγκλεισμό, είναι επιβεβλημένη η μεταφορά του ασθενή στο δικαστήριο ώστε να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη προϋποθέσεων για τη συνέχιση στέρησης της προσωπικής ελευθερίας του ασθενή.
Ο εισαγγελέας περιγράφει όλα τα στάδια παράνομης υπέρβασης που κατέληξαν στην παράνομη κράτηση της ασθενούς και την πλήρη στέρηση των δικαιωμάτων της με αποφάσεις της ψυχιάτρου της κλινικής και του αδελφού της. Παραθέτει τις ψευδείς γνωματεύσεις που καταλήγουν μέχρι στο ότι η ίδια η ασθενής δεν επιθυμεί την έξοδό της από την κλινική!
Καταλήγει, τέλος, ότι το έγκλημα της παράνομης κατακράτησης τελέστηκε όπως και το έγκλημα της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν. Ζητά την ποινική δίωξη της επιστημονικής διευθύντριας και ψυχιάτρου της κλινικής και του αδελφού του θύματος.
