Όσο κοινότοπος έχει πλέον καταστεί ο κατά Weber ορισμός του κράτους ως του μόνου φορέα στον οποίο αναγνωρίζεται το μονοπώλιο της νόμιμης, φυσικής βίας, αλλά τόσο κοινότοπη αναδεικνύεται διαχρονικά, η υπέρβαση εν τοις πράγμασι, του μέτρου στην άσκηση αυτής της ειδικής βίας. Η επικαιρότητα στον πλανήτη μαρτυρεί του λόγου το ασφαλές: από την αποτρόπαιη εικόνα του ασφυκτιούντος George Floyd και της κραυγής “I can’t breathe” που θα μας στοιχειώνει ως συλλογική, συνειδησιακή ενοχή για την αναβίωση βασανιστικών πρακτικών, στην πιο εμβληματική δημοκρατία του πλανήτη, μέχρι τις αδιανόητες εικόνες της αστυνομικής βίας στην πρόσφατη, ολονύκτια ειρηνική διαμαρτυρία στο Ηνωμένο Βασίλειο για τη Σάρα Έβεραρντ. Ενδιαμέσως, άβολους συνειρμούς παράγει επίσης, η αναμετάδοση εικόνων από την επιχειρησιακή δράση των γαλλικών αστυνομικών δυνάμεων, ενώ ανάλογη οργή και αγανάκτηση προκαλεί η προ ημερών αστική κινητοποίηση διαμαρτυρίας, στο καθόλα αντιηρωικό πεδίο της φιλήσυχης Νέας Σμύρνης.
Στην εγχώρια δυστοπία, αθροίζεται επίσης, και η προκλητική διαχείριση του μοιραίου τροχαίου στην είσοδο του Ελληνικού Κοινοβουλίου – ενός από τα καλύτερα εποπτευόμενα σημεία του αθηναϊκού κέντρου -. Στην περίπτωση του Ιάσονα (το μόνο μέχρι στιγμής γνωστό στοιχείο ταυτοποίησης, του μοτοσυκλετιστή) είναι οι έκτυπες παραλείψεις των δημόσιων οργάνων που παραπέμπουν και πάλι σε υπέρβαση του κανόνα δικαίου, κατά την άσκηση της εξουσίας.
Κοινός τόπος σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις είναι αυτή ακριβώς η καταχρηστική προσφυγή στην εξουσία που έχει απονεμηθεί στα όργανα της συντεταγμένης πολιτείας, προς εκπλήρωση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, κατά τα οριζόμενα στον νόμο. Ομοίως κοινότοπη είναι και η – εκ των ων ουκ άνευ – διαπίστωση περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας. Οι ερμηνευτικές αφετηρίες πάντως, του φαινομένου μοιάζουν να εκπορεύονται από την ίδια τη φύση της εξουσίας, η οποία εγγενώς δυσκολεύεται να αυτοπεριοριστεί. Παρόλ’ αυτά, το κράτος δικαίου οφείλει να μη συνθηκολογήσει με τη νομοτέλεια της κατάχρησης αποδεχόμενο τη συστημική σχεδόν υπέρβαση του μέτρου. Οφείλει με άλλα λόγια, να επινοεί διαρκώς τρόπους ελέγχου της παρεκκλίνουσας εξουσίας, η οποία στην προσπάθειά της να αυτοπροστατευθεί ή ακόμη χειρότερα, να διασφαλίσει τα συντεχνειακά της κεκτημένα, δεν αποκλείεται να στρεβλώσει τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά του κανόνα δικαίου: τον γενικό δηλαδή και αφηρημένο χαρακτήρα του. Όπερ, την αντικειμενική και απροσωπόληπτη εφαρμογή του και επί των εφαρμοστών του νόμου.
Προς αυτή την κατεύθυνση, ευτυχώς η νομολογία του δικαστηρίου του Στρασβούργου δε στερείται εναλλακτικών διεξόδων. Σε ό,τι αφορά για παράδειγμα, υποθέσεις όπου η εμπλοκή οργάνων της εξουσίας σε προδήλως έκνομες πράξεις, δημιουργεί ζητήματα συλλογής ή αξιοποίησης του κρίσιμου αποδεικτικού υλικού, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ) δεν περιορίζεται απλώς στη διαπίστωση της ανεπάρκειας του αποδεικτικού υλικού. Τουναντίον, αναδεικνύει τις ελλείψεις των εθνικών δικαιοδοτικών κρίσεων που συνδέονται με πλημμελή ή προσχηματική διερεύνηση της καταγγελλόμενης αστυνομικής αυθαιρεσίας και προχωρεί στην κατάγνωση παραβίασης καταστατικών διατάξεων της Σύμβασης. Στο ίδιο πνεύμα, ελέγχει τη μη επαρκή θεμελίωση πορισμάτων σχετικά με την ανυπαρξία αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ σωματικών βλαβών ή θανάτου και ασκηθείσας βίας εκ μέρους των κρατικών οργάνων.
Στην υπόθεση για παράδειγμα Jablónska κατά Πολωνίας (14.05.2020), το ΕΔΔΑ στο πλαίσιο αστυνομικής επιχείρησης που αφορούσε τη σύλληψη υπόπτου για κατοχή ναρκωτικών ουσιών, αναγνώρισε ουσιαστική και διαδικαστική παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 ΕΣΔΑ). Το δικαστήριο διαπίστωσε τη χρήση υπέρμετρης αστυνομικής βίας, ενώ επισήμανε ότι δεν παρασχέθηκε στον συλληφθέντα και τελικώς, θανόντα η αναγκαία ιατρική περίθαλψη.
Ομοίως, στην περίπτωση Sarwari κατά Ελλάδας (11.04.2019), το ΕΔΔΑ θεμελίωσε την παραβίαση του άρθρου 3 περί απαγόρευσης βασανιστηρίων και απάνθρωπης, ταπεινωτικής συμπεριφοράς, μεταξύ άλλων και σε αποσιώπηση κρίσιμων στοιχείων από τη δικογραφία, όπως οι καταθέσεις των θυμάτων, η έλλειψη βεβαιότητας ως προς την παρουσία διερμηνέα, καθώς επίσης και η συμπερίληψη ανακριβών ιατροδικαστικών εκθέσεων. Εδώ, η προσφυγή αφορούσε την κακομεταχείριση Αφγανών από Έλληνες αστυνομικούς, στη διάρκεια επιχείρησης για τον εντοπισμό κρατουμένου που είχε αποδράσει από την αίθουσα δικαστηρίου. Στην υπόθεση Pósa κατά Ουγγαρίας (07.06.2020), το δικαστήριο εστίασε την παραβίαση της Σύμβασης στην καταστροφή βιντεοσκοπημένου τεκμηρίου, το οποίο αποτελούσε αποδεικτικό υλικό της κακοποιητικής συμπεριφοράς των αρχών σε βάρος του προσφεύγοντος.
Παραβίαση του άρθρου 3 διαπιστώθηκε επίσης, στην πρόσφατη υπόθεση Castellani κατά Γαλλίας (30.04.2020), η οποία αφορούσε την εισβολή ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας στην οικία υπόπτου, σε συνδυασμό με χρήση υπέρμετρης βίας για τη σύλληψή του. Στα καθ’ ημάς, εδώ αναπόφευκτες είναι οι συνειρμικές αναλογίες της υπόθεσης Castellani με την τραυματική και εξίσου αδιανόητη εισβολή στην οικία Ινδαρέ.
Ζητούμενο σε όλες τις περιπτώσεις, όπου διερευνάται το θέμα του ορθού μέτρου, κατά τη χρήση της αστυνομικού καταναγκασμού είναι αν το εθνικό πλαίσιο διαθέτει ανεξάρτητους, εγγυητικούς μηχανισμούς για τον αποτελεσματικό έλεγχο νομιμότητας της αστυνομικής δράσης. Ο εγχώριος «Εθνικός Μηχανισμός Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας» δεν ανταποκρίνεται, όπως έχει επισημανθεί – μεταξύ άλλων και από τον Ευρωπαίο Επίτροπο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων -, σ’ αυτή την πρωταρχική υποχρέωση. Και τούτο, διότι λειτουργεί ως οργανική μονάδα του Συνηγόρου του Πολίτη, ο οποίος ωστόσο, εκ του νόμου δε διαθέτει παρά μόνο γνωμοδοτικές αρμοδιότητες.
Ο εξορθολογισμός του τρόπου δράσης της Αστυνομίας και το έλλογο μέτρο προσφυγής στη βία ως ultimum refugium για τη διασφάλιση υπέρτερων αγαθών, αφορά πρωτίστως, την ποιότητα της δημοκρατίας. Αποτελεί δε, ένα από τα στοιχήματα που το κράτος δικαίου δεν έχει ακόμη κερδίσει. Η προσήλωση του ΕΔΔΑ σε έλεγχο που δεν αρκείται στην επίκληση του imperium προς διαφύλαξη αόριστων νομικών εννοιών, όπως η δημόσια τάξη και το γενικό συμφέρον, δεν αφήνει ευτυχώς, πολλές ελπίδες σε όσους στο πεδίο της κρατικής καταστολής, επιμένουν να επενδύουν στη συνοπτικότητα των διαδικασιών υποβαθμίζοντας την ανάγκη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Η δημοκρατία οφείλει να μη χαρίζεται ούτε κατ’ ελάχιστον σε αποκλίσεις που αντλούν ευχερώς νομιμοποίηση από την αβασάνιστη επίκληση της ανάγκης για ασφάλεια. Η θεώρηση της ανάγκης αυτής ως εξαιρετικότητας τόσο ευρύχωρης ώστε να μπορεί να στεγαστεί εντός της και δυσανάλογη βία, αποτελεί αρχή υπονόμευσης της ίδιας της δημοκρατίας. Μόνο αντίδοτο: η μηδενική ανοχή και η έγκαιρη απόδοση ευθυνών. Σε περίπτωση εφεκτικότητας ή προσπάθειας συμψηφισμού του πολιτικού κόστους, η προειδοποίηση του Mayakovsky παραμένει πάντα επίκαιρη: «Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα – πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα», όταν «μια μέρα – την πιο διάφανη απ’ όλες – μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας – ληστεύουν το φεγγάρι μας – γιατί ξέρουνε το φόβο μας – που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας».
*Δικηγόρος, Μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών
