Σήμερα εκτιμάται ότι πάνω από 300 εκατομμύρια εγχειρήσεις πραγματοποιούνται κάθε χρόνο. Αν και οι περιεγχειρητικές επιπλοκές έχουν μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, περίπου το 40% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση θα εμφανίσουν ανεπιθύμητο συμβάν, 10-15% θα έχουν σοβαρή επιπλοκή και 1-2% θα πεθάνουν εντός 30 ημερών από τη χειρουργική επέμβαση.
Το ενδιαφέρον της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας για τη νέα στρατηγική που εφαρμόζεται στους ασθενείς μας που πρόκειται να υποβληθούν σε μείζονα επέμβαση αναδείχθηκε πριν από μήνες με τη συζήτηση κάποιων περιπτώσεων με συναδέλφους από το εξωτερικό και ήδη οι πρώτες μελέτες μας έχουν ολοκληρωθεί και είναι προς δημοσίευση. Η πρωτοτυπία έγκειται κυρίως στη διεγχειρητική και την άμεση μετεγχειρητική διαχείριση.
Διεγχειρητικά και κατά την άμεση μετεγχειρητική περίοδο, ο στόχος είναι η εξατομικευμένη, καθοδηγούμενη από τη φυσιολογία διαχείριση των ασθενών, εστιάζοντας στους φυσιολογικούς μηχανισμούς, τις ρυθμιστικές λειτουργίες και τις παθοφυσιολογικές διαταραχές σε όλα τα βιολογικά επίπεδα, από ολόκληρο τον οργανισμό, τα συστήματα, τα όργανα και τους ιστούς έως το κυτταρικό και μοριακό επίπεδο, καθώς και στις αλληλεπιδράσεις τους.
Αυτό μπορεί να γίνει αμφίδρομα, δηλαδή να αξιολογηθεί πώς οι νέες πληροφορίες που λαμβάνονται από το κυτταρικό/μοριακό επίπεδο λειτουργίας μπορούν να εφαρμοστούν στην κατανόηση της λειτουργίας των συστημάτων, των οργάνων και των απαντήσεων ολόκληρου του σώματος του ασθενούς σε μια ποικιλία ερεθισμάτων. Με άλλα λόγια, η προσπάθεια έγκειται στη διατήρηση της φυσιολογίας και τη διόρθωση των παθοφυσιολογικών αλλαγών σε κάθε ένα από τα προαναφερθέντα επίπεδα, αλλά και στην προετοιμασία του σώματος και των κυττάρων να αντέξουν σε κάποια επιβλαβή μετεγχειρητική κατάσταση ή στρες, κάτι πολύ σημαντικό, ιδίως όταν πρόκειται για πολύωρες επεμβάσεις.
Για παράδειγμα, σε έναν ασθενή με πολύ σοβαρή στεφανιαία νόσο και πολύ αυξημένες πιθανότητες για επιπλοκές ή αρνητική έκβαση, η προεγχειρητική διαχείριση περιλάμβανε τη βελτιστοποίηση της προεγχειρητικής φυσιολογίας. Διεγχειρητικά, χορηγήθηκε ένας συνδυασμός αναισθητικών και άλλων παραγόντων για την επίτευξη ικανοποιητικών συνθηκών αναισθησίας, αλλά κυρίως για έναν άλλο λόγο: τη φαρμακευτική προγύμναση των κυττάρων, ειδικά της καρδιάς, επιδρώντας σε συγκεκριμένους μιτοχονδριακούς διαύλους και ένζυμα, έτσι ώστε να μπορέσουν αυτά να αντέξουν μια μετεγχειρητική βλαπτική κατάσταση ή μια κατάσταση στρες, και για να αυξήσουν την ικανότητά τους να παραμείνουν λειτουργικά (αντι-αποπτωτική δράση).
Ενας άλλος στόχος ήταν η βελτιστοποίηση της αιμοδυναμικής συνοχής, δηλαδή η βελτίωση της μακροκυκλοφορίας (ό,τι βλέπουμε στα μόνιτορ) του ασθενούς να μεταφράζεται σε ομαλή ροή στα πολύ μικρά αγγεία -μικροκυκλοφορία- (δεν φαίνεται στα συνηθισμένα μόνιτορ).
Τέλος, επιβραδύνθηκε ο μεταβολισμός του σώματος του ασθενούς με στόχο την όσο το δυνατόν μικρότερη κατανάλωση οξυγόνου από τα κύτταρά του, χωρίς όμως να απειληθεί η ασφάλεια του ασθενούς. Η διεγχειρητική και μετεγχειρητική πορεία ήταν ομαλές, χωρίς επιπλοκές. Αυτή η στρατηγική διαχείρισης, σε κάθε επίπεδο, εφαρμόζεται για πρώτη φορά διεθνώς με άριστα αποτελέσματα και εδώ θα πρέπει να τονίσω τη συμβολή της διευθύντριας της Αναισθησιολογικής Κλινικής, της καθηγήτριας κ. Ελένης Αρναούτογλου, η οποία είναι πολύτιμος αρωγός στο όλο εγχείρημα.
Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό στο κοινό είναι ότι ο αναισθησιολόγος, παρόλο που αυτό δεν γίνεται αντιληπτό από τον ασθενή που κοιμάται, είναι συνεχώς δίπλα του και είναι υπεύθυνος για την ασφάλειά του. Οι ασθενείς θέτουν τη ζωή τους στα χέρια μας και μας εμπιστεύονται για να τους κρατήσουμε ασφαλείς. Σε κάθε περίπτωση, μα κυρίως στις μείζονες επεμβάσεις, ο αναισθησιολόγος θα φέρει το σώμα τους ασθενούς σε ένα πολύ λεπτό όριο.
Λίγο πάνω από αυτό το όριο, ο χειρουργός θα αντιμετωπίσει δυσκολίες στη χειρουργική επέμβαση. Λίγο κάτω από αυτό τα όριο, η ζωή του ασθενούς θα κινδυνέψει. Ο αναισθησιολόγος, όμως, υπάρχει γι’ αυτές τις στιγμές και έχει αξιολογηθεί και δοκιμαστεί επανειλημμένα μέσα από χρόνια εκπαίδευσης και χιλιάδες ώρες κλινικής κατάρτισης.
Η νέα στρατηγική απαιτεί ένα ευρύ υπόβαθρο και ιδιαίτερα αναπτυγμένη αντίληψη από τον αναισθησιολόγο, ο οποίος θα πρέπει να είναι ικανός να μπορεί να «βλέπει» ή να φέρνει στον νου του ολόκληρο το σώμα του ασθενούς με τα όργανα και τα κύτταρά του, κάτι σαν «3D απεικόνιση», να έχει επίγνωση και να αξιολογεί την κατάσταση και τις αλληλεπιδράσεις κάθε στιγμή, αλλά και την επίδραση των παρεμβάσεών του σε κάθε επίπεδο, από ολόκληρο τον οργανισμό έως και το κυτταρικό/μοριακό επίπεδο, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το κάνει πολλές φορές ταχύτατα ή εντός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος.
Ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οφείλουμε να δημιουργήσουμε και να αναδείξουμε ιατρούς που θα είναι καλύτεροι από εμάς. Αλλιώς θα έχουμε αποτύχει και δεν θα υπάρξει και πρόοδος.Ολα αυτά προσπαθούμε να τα μεταδώσουμε στους ειδικευόμενούς μας με στόχο μια νέα γενιά αναισθησιολόγων-επιστημόνων που θα βελτιώσουν περαιτέρω την περιεγχειρητική διαχείριση των ασθενών και θα μπορούν να αναπτύξουν επιτυχώς μια ανεξάρτητη σταδιοδρομία που θα περιλαμβάνει βασική, μεταφραστική και κλινική έρευνα.
*MD, MSc, PhD, FESC, FAcadTM, FCP, επίκ. καθηγητής Αναισθησιολογίας (Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας), μέλος της Επιτροπής Κατευθυντήριων Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αναισθησιολογίας και Εντατικής Θεραπείας, μέλος του Συμβουλίου Βασικής Καρδιαγγειακής Επιστήμης και των Ομάδων Εργασίας για τη Στεφανιαία Παθοφυσιολογία – Μικροκυκλοφορία και τη Φαρμακοθεραπεία του Καρδιαγγειακού Συστήματος της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας, μέλος Δ.Σ. και πρόεδρος της Επιτροπής Καταπληξίας της Ελληνικής Εταιρείας Καρδιοαναπνευστικής Αναζωογόνησης
