ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ υψηλού βεληνεκούς, γνωρίζει άριστα την ξένη λογοτεχνία, ιδίως το είδος του σύντομου αφηγήματος που εκτυλίσσεται στη σφαίρα του φανταστικού, ως άρνηση της ρεαλιστικής αναπαράστασης. Καλλιεργεί τη φόρμα που ονομάζουμε σύντομη πρόζα και κινείται στη ρευστή περιοχή μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας. Περί Επαμεινώνδα Γονατά ο λόγος, που αναχωρεί για τις επoυράνιες «αυλές», σαν σήμερα το 2006. Ιδού:

Η ΣΙΩΠΗ Η Σιωπή είναι μια άγνωστη/ που έρχεται τη νύχτα./ Ανεβαίνει τη σκάλα/ χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα/ μπαίνει στην κάμαρα/ και κάθεται στο κρεβάτι μου./ Μου φοράει το δαχτυλίδι της/ και με φιλεί στο στόμα./ Τη γδύνω./ Μου δίνει τότε τις βελόνες/ και τα τρία χρώματα/ το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο./ Κι αρχίζω να κεντάω/ πάνω στο δέρμα της/ όλα όσα δε σου είπα/ και ποτέ πια δε θα σου πω.

Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ Η ξύλινη πόρτα έτριξε ανοίγοντας και μια μακριά πάλλευκη γενειάδα στρώθηκε στα πόδια μας κι έφεξε τις μορφές μας, αστράφτοντας μες στο σκοτάδι. Περπατώντας επάνω της, μπήκαμε στην καλύβα. Δυο κορμοί δέντρων ήταν γερμένοι, για καθίσματα, καταγής. Αφού φιλήσαμε πρώτα το χέρι του γέροντα, αρχίσαμε να γδυνόμαστε. Εκείνος είχε τραβηχτεί σε μια γωνιά και, δίχως να μας προσέχει, κούρντιζε ήσυχα το πανάρχαιο βιολί του, απ’ όπου έσταζαν κάθε τόσο χοντρά δάκρυα κερί.

TΟ ΣΠΑΘΙ Σύρθηκα στα στενά μουχλιασμένα λαγούμια, βαθιά μες στη γη. Το σπαθί αυλακώνοντας τα σκοτάδια, προχωρούσε κατά πάνω μου απειλητικό. Εκλεισα τα μάτια κι είπα μια μικρή προσευχή, όλη όλη δυο λόγια. Πού περίσσευε τόπος να κάνω το σταυρό μου, έτσι που ήμουν σφηνωμένος σαν την ψίχα μέσα στο ξύλο του κλώνου.

Περάσανε στιγμές τραγικής αγωνίας. Το λαγούμι αντηχούσε ως πέρα τους χτύπους της καρδιάς μου. Δειλά δειλά ξανάνοιξα τα βλέφαρα. Δεν μπορούσα να πιστέψω τα μάτια μου. Μια στραφτερή δέσμη φωτός, ολόιδια με το σπαθί που είδα, χυνόταν απ’ την τρύπα στο βάθος. Γύρω στο άνοιγμα θροΐζανε λουλούδια. Αρχισα να γελώ και να κλαίω, βγάζοντας άναρθρες κραυγές όπως τ’ αγρίμια.

ΙΚΕΣΙΑ Μπροστά μου υψωνόταν αγέρωχο, το πανάρχαιο δέντρο με τη χαλκοπράσινη φυλλωσιά. Μια βραχνή φωνή αντήχησε μες στην ψυχή μου. Επεσα στα γόνατα. Καθώς προσευχόμουν, είδα τα χέρια μου τ’ απλωμένα ικετευτικά, να φεύγουν απ’ τους ώμους μου και σαν περιστέρια να περνούν ψηλά φτερουγίζοντας και να χάνονται μέσα στα φουντωμένα κλαδιά που σκιρτούσαν.

Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ Μέσα σε κλουβιά ήτανε πεταλούδες τεράστιες, που πλήρωνες δύο τάλληρα και τους χάιδευες τα φτερά κι έμενε μια νυχτιά στην παλάμη σου η σφραγίδα του βελούδου τους, τα ωραία τους μαύρα-κίτρινα χρώματα και μια μυρωδιά γύρης μεθυστική. Πιο πολύ στις γυναίκες άρεσε αυτή η διασκέδαση. Ερχονταν από μακριά, μόνο και μόνο για ν’ ανοίξουν τα πλατιά, πολύχρωμα εκείνα φτερά. Υστερα τρύπωναν γύρω στα περιβόλια, κάθονταν κάτω απ’ τις μηλιές και, αδιαφορώντας για τα τραγούδια και τα καλέσματα των αμαξάδων, φιλούσαν, φιλούσαν με πάθος το χέρι τους που είχε αγγίξει την πεταλούδα.