Σε εκστρατεία παραπλάνησης των οδηγών προκειμένου να τους αποτρέψει από τη διεκδίκηση νόμιμων αποζημιώσεων επιδίδεται η Uber μετά το πρόσφατο «χαστούκι» της βρετανικής Δικαιοσύνης. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας αποφάσισε τελεσίδικα την περασμένη Παρασκευή, έπειτα από δικαστική διαμάχη τεσσάρων ετών, ότι η Uber οφείλει να εκλαμβάνει τους οδηγούς που αξιοποιεί η πλατφόρμα της ως εργαζόμενους –με δικαίωμα σε επιδόματα και ελάχιστο κατώτατο μισθό– αντί για ελεύθερους επαγγελματίες.
Η απόφαση-ορόσημο σημαίνει ότι η Uber ενδεχομένως θα χρειαστεί να καταβάλει πάνω από 100 εκατ. λίρες για επιδόματα και μισθούς που δεν κατέβαλε σε περισσότερους από 10.000 οδηγούς οι οποίοι εμπλέκονται σε περιπτώσεις που συνδέονται με αυτήν την απόφαση.
Η Uber όμως δεν θέλει να πληρώσει γι αυτό και θολώνει τα νερά. Με μήνυμα προς τους οδηγούς αμέσως μετά την απόφαση ο γενικός διευθυντής Βορείου και Ανατολικής Ευρώπης της Uber Τζέιμι Χέιγουντ διεμήνυσε προς αυτούς ότι μόνο «ένας μικρός αριθμός οδηγών από το 2016 μπορούν να χαρακτηριστούν ως εργαζόμενοι της εταιρείας και ότι η απόφαση δεν ισχύει για τους οδηγούς που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σήμερα». Υποστήριξε ότι, από το 2016, όταν η υπόθεση εκδικάστηκε πρώτη φορά από εργατοδικείο της Βρετανίας, η εταιρεία προχώρησε σε σημαντικές αλλαγές, παρέχοντας μεγαλύτερη αυτονομία στους οδηγούς και μέτρα προστασίας, όπως δωρεάν ασφάλιση σε περίπτωση ασθένειας ή τραυματισμού.
Οι δικηγόροι των εργαζομένων υπογραμμίζουν από την πλευρά τους ότι οι αιτιάσεις δεν στέκουν, καθώς οι αλλαγές που επικαλείται ότι έκανε η Uber δεν μετέβαλαν τον έλεγχό της στους οδηγούς και τη σχέση που έχει με αυτούς και βάσει των οποίων το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι είναι εργαζόμενοι.
Ο λόγος που η Uber παρερμηνεύει τη δικαστική απόφαση, τονίζουν είναι η παραπλάνηση και αποθάρρυνση των εργαζομένων προκειμένου να μη διεκδικήσουν τις απλήρωτες διακοπές και επιδόματα. Εάν η Uber δεν δεχθεί ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ισχύει για όλους τους οδηγούς της, οι συνδεδεμένες με αυτήν υποθέσεις που είχαν σταματήσει να εκδικάζονται ενόψει αυτής, θα ξεκινήσουν εκ νέου στο δικαστήριο επίλυσης εργασιακών διαφορών.
