ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια παράλογη κατάσταση με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε μια παράλογη κοινωνική και οικονομική πολιτική. Η ιστορική μελέτη των πανδημιών επιτρέπει παρόμοια συμπεράσματα. Και παρότι κανείς από μας δεν ζει στην εποχή του Περικλή και του Θουκυδίδη, του Ιουστινιανού και του Προκόπιου, του Βοκάκιου (που περιέγραψε τον Μαύρο Θάνατο στη Φλωρεντία τον 14ο αιώνα) ή στην εποχή του Ντάνιελ Νταφόε (που έγραψε το «Χρονικό της πανούκλας στο Λονδίνο» τον 17ο αιώνα), ούτε καν ζούμε στην εποχή της ισπανικής γρίπης, στα 1918-20, όλοι μας ονειρευόμαστε την αποκατάσταση της πρότερης, «παλαιάς τάξης» –που κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να έρθει ποτέ.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, κυρίως αυτοί που κατέχουν εξουσία και ipso facto καλούνται να βγάλουν το φίδι από την τρύπα γίνονται μισο-χομπσιανοί δίχως και να το πολυσκέφτονται. Επιμένουν –και σωστά ώς έναν βαθμό– ότι μια αφορμή, κάτι, μια φλογίτσα που μπορεί να πάρει μορφή σύγκρουσης, είναι πάντα το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί στον κοινωνικο-πολιτικό βίο. Ομως, ο φιλόσοφος Τόμας Χομπς είχε οδηγηθεί στο παραπάνω συμπέρασμα μέσα από μια ισχυρή παραδοχή. Δεν έχουμε –έλεγε– αγαθή φύση και είμαστε «εκ φύσεως» εγωιστές και ηδονιστές – κάτι σαν ανέμελοι καρναβαλιστές και μασκοφόροι. Και εφόσον είμαστε ανεξέλεγκτοι και παρορμητικοί, κινδυνεύουμε να αλληλοσπαραχτούμε… Εκτός εάν… Το «εκτός εάν…» στην περίπτωσή μας είναι ο Λεβιάθαν: ένα αναγκαίο πολυεργαλείο, ένα πανίσχυρο κράτος με οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης, που θα φροντίζει για τη διατήρηση της κοινωνικο-πολιτικής ειρήνης, την προστασία των πολιτών από εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες, μέσω του στρατού και της αστυνομίας, με το μονοπώλιο της βίας και της αυταρχικής εκδήλωσής της.

Επομένως, εδώ βρισκόμαστε. Αλλά βρισκόμαστε εδώ μισο-χομπσιανοί –όπως σημειώθηκε προηγουμένως– γιατί ο Χομπς έβαλε προαπαιτούμενα στην υπόθεσή του. Ο Λεβιάθαν θα πρέπει να έχει επίσης το σημαντικό καθήκον να προστατεύει τους ανθρώπους από τον ίδιο τον Λεβιάθαν. Από αυτήν την ιδέα πηγάζει η θεσμική αρχή των αυτοπεριορισμών της εξουσίας.

Αλλά το τελευταίο, οι αυτοπεριορισμοί της εξουσίας, δεν φαίνεται να είναι κάτι που απασχολεί τον πρωθυπουργό ή τον υπουργό ΠΡΟ.ΠΟ. Δεν υφίσταται η παραμικρή παραδοχή κάποιας ευθύνης, παρά μισόλογα για «ατυχείς στιγμές» και ΕΔΕ. Από την πλευρά τους θεωρούν ότι έχουν σε όλα δίκαιο, ότι εν αδίκω οι πολίτες δυσφορούν για τις καταχρήσεις και τις αυθαιρεσίες ανδρών της αστυνομίας και ότι με αυτή τους τη δυσφορία ακυρώνουν τα μέτρα και τις θυσίες που επιβάλλει σε όλους η πανδημία.

Προφανώς, αν μερικοί ξεχώριζαν το βρομόχορτο από τον μαϊντανό, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Εν μέσω ψηφιακής ζωής, ήταν περιττή η αξίωση αστυνομίας στα Πανεπιστήμια. Θα μπορούσαν τα βιβλιοπωλεία να ήταν ανοιχτά για να γλιτώσουν μερικοί από το εκπολιτιστικό κιτς της τηλεόρασης. Θα μπορούσαν οι ευπαθείς ομάδες να μην είναι μόνο στα χαρτιά για το θεαθήναι. Θα μπορούσε το «ΜeΤoo» να είναι ουσιαστικό και όχι κλειδαρότρυπα. Θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη μέριμνα για τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τα μέσα μαζικής μεταφοράς, για τον πολιτισμό, κ.ο.κ.

Αλλά εδώ κανείς, άνθρωπος, ιδέα, πράγμα δεν μπορεί να μπει και κανείς άνθρωπος, ιδέα, πράγμα δεν μπορεί να βγει από αυτήν την κατάσταση. Κυριαρχούν ο φόβος, η πολιτική ψευδολογία, η καχυποψία και η απελπισία στην κλεισμένη ζωή. Κατισχύει αυτό που ο Λαμπεντούζα ονόμασε «υπερβολική στενότητα του πνεύματος», ο Χέγκελ «μιντιακή αχυρολογία» και ο Τζ. Μπατάιγ «σκανδαλώδη διανοητική σκατολογία». Σε παρόμοιες καταστάσεις «αδιεξόδων» κυριαρχεί η ακρωτηριασμένη σκέψη. Αυτή τη σκέψη ο Χομπς την είχε παρομοιάσει με το πάθημα των πουλιών. Τα πουλιά, έλεγε, αφού μπουν από την καμινάδα και εγκλωβιστούν σε ένα δωμάτιο, φτεροκοπούν μπροστά στο ψεύτικο φως ενός καλόφρακτου παραθύρου, γιατί δεν έχουν τη νοητική δυνατότητα να εξετάσουν από ποιον δρόμο μπήκαν μέσα.

Μερικοί άλλοι νομίζουν ότι ονειρεύονται σαν το ναυτάκι, τον Γιωργή της Μπούρμπαινας, στο «Ερως-Ηρως» του Παπαδιαμάντη. Ονειρεύονται ότι σώζουν από τον πνιγμό την ακριβή τους Αρχόντω, ενώ οι λοιποί θα έχουν χαθεί σε ένα φανταστικό ναυάγιο. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα γίνει. Οι Απόκριες θα έρθουν και θα περάσουν. Κι ο ψευτο-Λεβιάθαν θα νομίζει ότι είναι ο δράκος του παραμυθιού και, κατά τούτο, θα κοιμάται «με ανοικτόν το όμμα». Οτι τα κοινωνικά συμβόλαια έχουν ακυρωθεί από αυτόν που τα ρεκλαμάρει, φαίνεται, δεν ενοχλεί κανέναν. «Δεν εξήρχετο στεναγμός ούτε πνοή από το στόμα του. Το στήθος του δεν εκολπούτο. Θα έλεγες ότι ανέπνεε προς τα έσω, ότι έζη μόνον ζωήν ενδόμυχον». Αυτά, έως ότου σκάσει η πραγματικότητα.