«Ανθρακες ο θησαυρός για όσους έβγαλαν βιαστικά συμπεράσματα και με εξομοίωσαν άδικα με εκείνους που ελέγχονται για σοβαρά σεξουαλικά εγκλήματα», δηλώνει ο Παύλος Χαϊκάλης, διά του συνηγόρου του Μανώλη Τρούλη, για τις καταγγελίες που κατατέθηκαν στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Συγκεκριμένα τη Δευτέρα παρέλαβε αντίγραφα τεσσάρων εγγράφων, «χωρίς ημερομηνία και χωρίς υπογραφή από τους φερόμενους ως καταγγέλλοντες που ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι συνιστούν επιβεβαιωμένες καταγγελίες, το περιεχόμενό τους βρίθει ανακριβειών και ψεμάτων», ενώ προσκλήθηκε για την παροχή εξηγήσεων.
Ειδικότερα, η μία καταγγελία αφορά άνδρα που ισχυρίζεται ότι πριν από 20 χρόνια, σε γυρίσματα σειράς και παρουσία πλήθους κόσμου, τον εξύβρισε ο Παύλος Χαϊκάλης. «Ομως, κανείς από τους συντελεστές των γυρισμάτων δεν θυμάται ένα τέτοιο περιστατικό ούτε καν τον ίδιο τον καταγγέλλοντα, ο οποίος είναι άγνωστος σε μένα», δηλώνει ο γνωστός ηθοποιός.
«Ως προς τις δύο καταγγελίες από ενήλικες γυναίκες που ισχυρίζονται ότι προ πολλών ετών τις παρενόχλησα σεξουαλικά διά τηλεφώνου, δηλώνω κατηγορηματικά ότι τα όσα γλαφυρά διαχέονται διά του Τύπου τις τελευταίες ημέρες για το περιεχόμενο των επικοινωνιών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα». Μάλιστα, για τη μία περίπτωση «αναγνώρισα δημόσια ότι ορμώμενος από πραγματικά συναισθήματα προς το πρόσωπο της καταγγέλλουσας εκφράστηκα αυθόρμητα και ζήτησα δημόσια συγγνώμη».
«Τέλος, ως προς τη μία καταγγελία ενήλικης γυναίκας –επί σειρά ετών επιστήθια φίλη– που μετά από 36 ολόκληρα χρόνια ισχυρίζεται ότι δήθεν αποπειράθηκα να την εκμεταλλευθώ σεξουαλικά, όταν και οι δύο είμασταν στην ηλικία των 25, η αλήθεια είναι ότι σοβαρές προσωπικές διαφορές μάς οδήγησαν στο Αστυνομικό Τμήμα. Είναι προφανές ότι για λόγους εκδίκησης διαστρεβλώνει πλήρως τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν το μακρινό 1985. Αρκεί να αναφέρω ότι την επίμαχη περίοδο ήταν επιστήθια φίλη και της μετέπειτα συζύγου μου και μητέρας του γιου μας. Συνεπώς, αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν η φίλη της καταγγέλλουσας και μετέπειτα σύζυγός μου να με παντρευτεί μετά από μία τέτοια πράξη και να αποκτήσει παιδί μαζί μου».
Και καταλήγει: «Δυστυχώς καλούμαι να υπερασπιστώ το αυτονόητο: ο καταγγελλόμενος δεν μπορεί να θεωρείται εκ προοιμίου ένοχος. Ως εκ τούτου είμαι αναγκασμένος να απαντήσω σκληρά με όλους τους νόμιμους τρόπους σε όσους και όσες χρησιμοποιούν ψέματα για να με πλήξουν ανασύροντας και διαστρεβλώνοντας ιστορίες από το παρελθόν που με περίσσια υποκρισία με εξομοιώνουν με πρόσωπα που ελέγχονται για σοβαρά σεξουαλικά εγκλήματα».
