ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την πρώτη φορά που βρέθηκαν μόνοι, εκείνος κι εκείνη, στο σαλόνι του σπιτιού της, η σιωπή ήταν νεκρική. Ξαφνικά κοιτάχτηκαν στα μάτια και ξέσπασαν σ’ ένα τρελό νευρικό γέλιο. Ηταν αρχές του ’70, και ήταν οι πρώτη φορά που συγγενείς ή φίλοι δεν ήταν μαζί τους. Ηταν ένα γέλιο, δροσερό, συνένοχο. Τόσο καιρό μελετούσαν σιωπηλά ο ένας τον άλλον. Και εκείνη η στιγμή, που έσπασε το φράγμα της αμηχανίας, έμελλε να γίνει η αρχή μιας σχέσης ζωής που τους χάρισε δύο παιδιά. Γιατί σας τα λέω όμως αυτά τώρα; Γιατί τώρα, στην εποχή της πανδημίας, του αναγκαστικού εγκλεισμού, δεν μιλιούνται.

Το σπίτι τους, που ήταν πάντα ένα μικροσκοπικό οροπέδιο γαλήνης στον πέμπτο όροφο, δίπλα στα σύννεφα της πόλης, χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα. Εκείνος είναι ένας απείθαρχος αρνητής του ιού κι εκείνη μια απόλυτα εναρμονισμένη με τους λοιμωξιολόγους γυναίκα. Ο χώρος της είναι πεντακάθαρος, ο χώρος του είναι ρημαδιό γεμάτος αποτσίγαρα και κουτάκια αναψυκτικών. Σε στιγμές εκεχειρίας συναντιούνται στο χολ, μιλούν για τα παιδιά, τα οικονομικά και τα ψώνια της ημέρας. Ενίοτε στη σύσκεψη αυτή συμμετέχει κάποιο από τα παιδιά που μάταια προσπαθεί να βάλει τέλος σ’ αυτή τη γελοία αντιπαράθεση.

Τις τελευταίες μέρες που ξέσπασαν τα σκάνδαλα στο θέατρο αισθάνονται την ανάγκη να πλησιάσουν περισσότερο ο ένας τον άλλο. Κι αυτό συμβαίνει γιατί από τότε που γνωρίστηκαν -θυμάστε εκείνο το γάργαρο γέλιο- μοιραζόντουσαν μια μεγάλη αγάπη τους για το θέατρο, έβλεπαν όλες τις παραστάσεις και κανά δυο φορές είχαν παίξει σε ερασιτεχνικούς θιάσους. «Καίγονται» λοιπόν τώρα να σχολιάσουν τις εξελίξεις και χθες πέρασε ένα πιάτο με μπισκότα πάνω από το σύνορο μαζί με τη φράση «Τα είδες;». «Τα βλέπω» είπε εκείνος και αποδέχτηκε το άσπρο πιάτο της συμφιλίωσης. Πέρασε εκείνη λοιπόν τη διαχωριστική γραμμή του σαλονιού και άρχισαν να κοιτάνε παρέα μια τηλεόραση, μια στο ίντερνετ τα θύματα και τα θέματα των αποκαλύψεων. Υστερα εκείνος έφερε ένα μεγάλο κουτί που είχαν εισιτήρια, προγράμματα και φωτογραφίες παραστάσεων που είδαν μαζί.

Λυπημένοι κουβέντιαζαν την κατάσταση. «Θυμάσαι τον “Γυάλινο Κόσμο”;» Θυμάμαι, λέει εκείνη. Ανθρώπινη μοναξιά, «καφκικά» υπαρξιακά κενά, νευρωτικοί απροσάρμοστοι ήρωες και τέλος, η φυγή στο όνειρο, στην ψευδαίσθηση και στην αναπόληση. Ενός κόσμου που το ίδιο το κοινωνικό σύστημα τον βγάζει στο περιθώριο της ζωής σε έναν συνεχόμενο αλλά και μάταιο αγώνα κοινωνικής καταξίωσης και υπαρξιακής συνειδητοποίησης. «Να σπάσουμε κι εμείς τη γυάλινη φούσκα μας;» Ναι, λέει εκείνη, θα φοράω μάσκα όμως. Κι εγώ, της είπε. Το βράδυ κοιμήθηκαν μαζί και συζητούσαν μέχρι αργά παραστάσεις και ταξίδια στον κόσμο του θεάτρου. Ενός κόσμου που τους έδινε χαρά, μαγεία και ποίηση.