«Πώς τα πάτε εκεί;», μιλούσα με τον γιο μου, στο Ηράκλειο, βράδυ Δευτέρας. «Το ρίχνει κανονικά! Πρωτύτερα, που βγάλαμε βόλτα τη Μάντυ [σκυλίτσα], παίξαμε και δυο χιονόμπαλες! Εκεί;». «Εδώ [Παγκράτι] ρίχνει χιονόνερο, αλλά όπου να ’ναι έρχεται και το χιόνι!». Ηταν δέκα και μισή. Στις δώδεκα, που έπεφτα για ύπνο, στα καπό των αυτοκινήτων και στον δρόμο το ’χε στρώσει. Θυμήθηκα τον Μποστ: πίπτων της χιώνος… Αξέχαστος!
Χθες το πρωί, όταν άνοιξα την μπαλκονόπορτα, ήρθε στον νου μου μια λέξη: Λευκοθέα. Οχι από τη Γεωγραφία, ούτε από τη Μυθολογία. Απλώς τη σκέφτηκα, καθώς ήταν ολόλευκα τα πάντα. Την έφτιαξα, ας πούμε, για προσωπική χρήση. Παίζοντας. Σκέφτηκα μετά, τις χθεσινές χιονόμπαλες του γιου μου, έναν χιονάνθρωπο που είχαμε φτιάξει, παιδιά, με τα φιλαράκια μου, τον Νικόλα, ανήμερα αγίου Νικολάου, με τα σχολεία κλειστά λόγω χιονιού, έναν γλωσσολόγο που, σε κουβέντα για τη γλώσσα και τον «πλούτο» της, είπε πως οι Εσκιμώοι έχουν εβδομήντα λέξεις για το χιόνι.
Εβαλα καφέ, τράβηξα τις κουρτίνες να βλέπω το χιόνι που έπεφτε πυκνό (δυο-τρεις φορές έχω δει στην Αθήνα τόσο χιόνι σε τόση διάρκεια· κάπου πήγε το μυαλό μου σε… δεισιδαιμονίες για γουρλήδες, γρουσούζηδες και γκαντέμηδες…) και άνοιξα τα παλιά λεξικά μου να δω πόσες λέξεις για το χιόνι είχαν οι αρχαίοι· έπαιζα που έπαιζα πια με το χιόνι, έστω με λέξεις. Λέξεις για το χιόνι, αυτό καθαυτό, είχαν οι αρχαίοι περίπου όσες κι εμείς. Είχαν όμως πολλές παράγωγες και σύνθετες. Μέτρησα πάνω από τριάντα, χώρια τα κύρια ονόματα, στην Ιστορία και τη Μυθολογία.
Χιόνεος, χιόνιος, χιονόεις (σαν χιόνι, για καθαρά ρούχα), χιονόβας, χιονόβατος (περπατά στο χιόνι), χιονοβλέφαρος (γερασμένος), χιονόβλητος, χιονόκτυπος (χιονοχτυπημένος· μη μας τύχει!), χιονοβοσκός, χιονοθρέμμων (χιονοσκέπαστος). Χιονωπός, ωραία κυρία με λαμπερά μάτια!
