ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αλίκη Πανοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ντίνα ήταν μια γυναίκα πενήντα οκτώ ετών. Είχε περάσει μια «ζωή» κάνοντας δίαιτα, όπως έλεγε, και το βάρος της πότε κατέβαινε και πότε ανέβαινε. Μια χιλιοειπωμένη ιστορία. Την πρώτη φορά που με επισκέφθηκε στο γραφείο, δεν έκρυβε πόσο καχύποπτη είναι και πόσο αμφέβαλλε για το αν θα κατάφερνε τον στόχο της να χάσει κιλά. Την Ντίνα θα μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει «παράξενη». Ηταν αυστηρή, δύσθυμη, γεμάτη θυμό, έδειχνε να είναι ένας άνθρωπος που δεν του αρέσει τίποτα και δεν συμφωνεί με κανέναν.

Πίσω από τις λέξεις μπορούσε κανείς να διακρίνει πως η Ντίνα ήταν ενοχλημένη με τον εαυτό της, έμοιαζε να επικρίνει τους άλλους, μα κατά βάθος διαρκώς απέρριπτε την ίδια, δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένη από τον τρόπο που λειτουργούσε, παρόλο που συχνά στο περιβάλλον της δρούσε σαν να τα ξέρει όλα και σαν να υποτιμούσε τις πράξεις των άλλων. Φυσικά, αυτή της η στάση είχε ως αποτέλεσμα μια συνεχόμενη σύγκρουση με τους οικείους της, τσακωμούς, κόντρες και η δικαιολογημένη επιθετικότητα που εισέπραττε από τον περίγυρο την έκανε να αισθάνεται αδικημένη και θύμα. Η Ντίνα ήταν πολύ οργανωτική, μεθοδική, ικανή και πρακτική, έβγαζε πολλή δουλειά και διεκπεραίωνε χιλιάδες υποχρεώσεις. Ολα τα είχε σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι, αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να αισθάνεται σαν ένας «αδικημένος στρατηγός», επειδή οι άλλοι δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν και να αναγνωρίσουν το μέγεθος των κόπων της.

Τον έναν μήνα που έκανε υγιεινή διατροφή θεώρησε ότι δεν είχε το αποτέλεσμα που απαιτούσε κι έτσι τα παράτησε και εξαφανίστηκε.

Επειτα από δύο μήνες η Ντίνα με πήρε πάλι τηλέφωνο και μου ζήτησε ένα νέο ραντεβού για να με επισκεφθεί.

Οταν συναντηθήκαμε, τη ρώτησα τον λόγο της επιστροφής της και μου απάντησε: «Πήγα σε άλλον ειδικό, αλλά δεν άντεξα, γύρισα γιατί μου είπατε μια φράση: Δεν έχετε σε προτεραιότητα τον εαυτό σας και νομίζω πως έτσι είναι».

Πώς θα μπορούσε μια γυναίκα να αδυνατίσει όταν τακτοποιεί τα πάντα, ορίζει κάθε συνθήκη και όλες τις προϋποθέσεις για να είναι καλά οι άλλοι; Οταν, στο τέλος της ημέρας, κατάκοπη η ίδια, δεν έχει κουράγιο και δύναμη να φροντίσει τις υποχρεώσεις που έχει απέναντι στον εαυτό της; Οταν δεν έχει κοιμηθεί αρκετά, όταν δεν έχει προμηθευτεί και παρασκευάσει τα θρεπτικά που έχει να φάει; Οταν δεν έχει βρει χρόνο να διασκεδάσει ή να χαλαρώσει, όταν δεν έχει βρει τρόπο και χρόνο να κινηθεί (να γυμναστεί, να περπατήσει) ή δεν έχει καταφέρει να έχει επαφή με τον εαυτό της και με όλα τα συναισθήματα που βιώνει μέσα στη μέρα της;

Ο μόνος τρόπος για να τα κάνει όλα αυτά είναι να τα ικανοποιήσει με την τροφή, τα γλυκά, το αλκοόλ. Με τη νόστιμη γεύση της τροφής θα χαλαρώσει και θα ξεκουραστεί, δεν θα εκτονωθεί με την κίνηση του σώματος παρά με τα γλυκά, με την τροφή θα ησυχάσει και θα ευχαριστηθεί, αφού σε λίγο χρόνο θα έχει όλα αυτά που χρειάζεται έπειτα από κάθε κοπιώδη μέρα που τελειώνει.

Προτεραιότητα σημαίνει πάνω από όλους και από όλα: σκέφτομαι, προνοώ, οργανώνω, μεθοδεύω, όλα αυτά που μου αναλογούν, που με βοηθούν, που με στηρίζουν και με προστατεύουν. Τα βασικά. Τα ανθρώπινα. Δηλαδή φροντίζω τον ύπνο μου, να έχω κοιμηθεί οκτώ ώρες για να είμαι ξεκούραστη, για να αντέξω όλη μέρα. Να βρω τρόπο και χρόνο, με περίσσεια προσοχή, να βρω τις θρεπτικές ουσίες που έχω να βάλω στον οργανισμό μου –λαχανικά, φρούτα, δημητριακά, ξηρούς καρπούς κ.λπ.– από τη στιγμή που κανείς δεν μου απαγορεύει να έχω και τσιμπολογήματα όταν δεν αντέχω. Οπωσδήποτε κάποια ώρα χαλάρωσης μέσα στη μέρα για να κάνω μια στάση και να βρεθώ με τον εαυτό μου και τα συναισθήματά μου και το περπάτημα ή άλλου είδους κίνηση για να τονωθεί το σώμα και να έχω επαφή με το σώμα μου.

Προτεραιότητα σημαίνει πρώτα φροντίζω τον εαυτό μου –«κοιτάζω την πάρτη μου», στη λαϊκή γλώσσα– κι έπειτα τους άλλους.

Προτεραιότητα σημαίνει: διασφαλίζω τον εαυτό μου για να αντέχω, για να διαθέτω βασικά δεδομένα δύναμης, ανθεκτικότητας και υγείας, ώστε να μην καταφεύγω σε κλοπή δεδομένων, σε κλοπή τροφής, δηλαδή σε πρόσκαιρη ξεκούραση, εκτόνωση, διασκέδαση, εντέλει σε μια ανύπαρκτη εξασφάλισης υγείας.

Η Ντίνα ήταν πολύ έξυπνη, γι’ αυτό και κατάλαβε πως είχε να δουλέψει και να τοποθετήσει τον εαυτό της σε μια θέση που της άξιζε. Ηθελε επίσης να μάθει πώς να φροντίζεται, οπότε συνειδητοποίησε πολύ σύντομα πως χρειαζόταν η ίδια να χαρίσει στον εαυτό της την αναγνώριση και την εκτίμηση που έψαχνε από τους άλλους. Και τα κατάφερε.

Οταν την καλείς στο viber, το όνομα που εμφανίζεται πλέον είναι Ντινούλα!