Ας ξεκινήσουμε από κάτι σημαντικό. Η συνεπιμέλεια ήταν ήδη νομολογημένη στο ελληνικό δίκαιο και στα ελληνικά δικαστήρια. Η υποχρεωτική συνεπιμέλεια φέρει, όμως, σε λανθάνουσα μορφή ένα κομμάτι πατριαρχικού λόγου.
Με τον όρο πατριαρχία αναφέρομαι στην ερμηνεία που αφορά την απόλυτη ταξινόμηση της ζωής σε ανώτερη και κατώτερη, όπως αποδόθηκε, κατά κύριο λόγο, από την εξουσία στην (ύστερη) νεωτερικότητα.
Η πατριαρχία επιτάσσει ακριβώς ότι το δικαίωμα της εξουσίας, της γνώσης και της αλήθειας, αφενός, ανήκει στην ανώτερη/ανδρεία ζωή και, αφετέρου, αντιλαμβάνεται το στίγμα της φτώχειας, της βίας, της εγκληματικότητας, της εξάρτησης, της ασθένειας και του βίαιου θανάτου ως εγγενή χαρακτηριστικά της κατώτερης/θηλυπρεπούς ζωής και του βίου που αυτή διάγει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εντοπίζω, όσον αφορά τις μέρες μας, μια σειρά από επανακωδικοποιήσεις και ερμηνείες αντιμετώπισης πληθώρας ζητημάτων.
Οπως η μετονομασία της Γενικής Γραμματείας Ισότητας, πλέον, σε Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, αλλά και ανάλογα, διέρχεται και η πρόσφατη αναφορά του υπουργού Δικαιοσύνης κ. Κωνσταντίνου Τσιάρα, στην εκπομπή του ΑΝΤ1 «Πρωινοί Τύποι», 31/01/2020, όπου εκείνος κατέληξε ότι το νομοσχέδιο είχε ως στόχο μόνο το καλό του παιδιού, παρουσιάζοντας επιστημονικά συμπεράσματα σύμφωνα με τα οποία τα παιδιά που μεγάλωσαν κυρίως με τη μητέρα τους παρουσίασαν ακόμη και παρεκκλίνουσες συμπεριφορές.
Με δικά του λόγια: «Τίποτα παραπάνω. Και το κάνουμε ακριβώς γιατί όλες οι επιστημονικές μελέτες κατατείνουν στο γεγονός ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν με τη φυσική παρουσία και των δύο φύλων, και των δύο γονέων, είναι παιδιά που προσαρμόζονται πολύ εύκολα σε μια δύσκολη κοινωνική πραγματικότητα, είναι παιδιά που δεν αντιμετωπίζουν πολλά ή ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα, είναι παιδιά με λιγότερες ή καθόλου παρεκκλίσεις και είναι παιδιά τα οποία μπορούν να αντιμετωπίζουν με πολύ μεγαλύτερη ευκολία τις δυσκολίες της ζωής».
Ετσι, σε μια εποχή κατά την οποία κορυφώνεται η κρίση, η μεθοδολογία που μας προτείνει ο υπουργός δεν αποτελεί παρά ένα εργαλείο κατανόησης του αόρατου εχθρού. Η δήλωση δεν αφήνει περιθώρια: στην περίπτωση της παραβατικότητας, ευθύνεται αποκλειστικά η «διαλυμένη» οικογένεια.
Τέτοιες «επιστημονικές ερμηνείες» σαφέστατα υπήρξαν και στον Μεσοπόλεμο και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αναπαράγοντας έναν λόγο πατριαρχικό, έναν λόγο ψυχικής ευγονικής, που απέδιδε αυθαίρετα την παρέκκλιση στην ατομική ευθύνη και, πρωτίστως, σε μια διαπαιδαγώγηση που δημιουργούσε υποτίθεται τον εγκληματία και το υποκείμενο με τα ψυχικά νοσήματα, προϊόν μιας [υποτιθέμενης] ανήθικης οικογένειας.
Εξάλλου, ο Κωσταντίνος Γαρδίκας, θεμελιωτής της εγκληματολογίας στην Ελλάδα, θα εξηγήσει ότι η ταξική προέλευση και οι πολιτικές πεποιθήσεις προσδιόριζαν ακόμη και την ταυτότητα του εγκληματία. Αυτό θα τον οδηγήσει στη διαπίστωση ότι το 85-90% των καταδίκων ανήκε στην τάξη των φτωχών και άρα αυτή ήταν η τάξη εναντίον της οποίας η αστυνομία έπρεπε να στραφεί, όποτε τυχόν η πρώτη τολμούσε να επαναστατήσει.
Ετσι, ένας επίσημος λόγος που στιγματίζει τα παιδιά των διαζευγμένων οικογενειών με παρεκκλίνουσες συμπεριφορές το 2021 δεν είναι τυχαίος. Το αντίθετο, σε μια περίοδο που η κρίση πλήττει με ακραίο τρόπο τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, μια τέτοια ερμηνεία είναι πολύτιμη για την (ύστερη) νεωτερικότητα, για να αναδειχθεί ο δομικός ρόλος της [υποτίθεται διαλυμένης] αστικής οικογένειας: μητέρα-πατέρας, στις αναζητήσεις για την παγκόσμια φτώχεια, εξαθλίωση, παραβατικότητα, βία, ασθένεια.
Με αυτόν τον τρόπο, η λογική που κρύβεται πίσω από το νομοσχέδιο καθιστά εμφανή μια πατριαρχική κατασκευή δικαίου συνεπιμέλειας και επανακωδικοποίησης της πατριαρχίας, που καταφέρνει να αποδίδει στα υποκείμενα μια φυσική ευθύνη, η οποία τελικά μετατρέπεται σε κρατικό προνόμιο.
Το κράτος, δηλαδή, δύναται να επεμβαίνει, υποτίθεται προς όφελος των παιδιών, στη βασική αποστολή αυτής της διερευνητικής διαδρομής πάταξης της παρέκκλισης, επανακωδικοποιώντας ύπουλα μια κανονικότητα.
Μια κανονικότητα που βλέπουμε να αναπαράγεται στις μέρες μας ως το τρίπτυχο «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια», η οποία, με τη σειρά της, λαμβάνει ως εφαλτήριο τον ιδιαίτερο ρόλο που αποδίδεται από το κράτος στην αστυνόμευση του παρεκκλίνοντος άλλου, με στόχο τη δημιουργία του «υγιούς» παιδιού· ενώ δεν αλλάζει τίποτα από εκείνες τις συνθήκες όπως η φτώχεια, η βία, η έννοια της κυριαρχίας, που στην ουσία μπορούν να προκαλούν την εν λόγω «τραγωδία», παρά τις εκκλήσεις και τα «δάκρυα».
Με αυτόν τον τρόπο, ενώ δεν γίνεται καμία ουσιαστική μνεία σε ένα άλλο όραμα αγάπης ανθρώπων ισότιμων, ανεξαρτήτως του φύλου και της σεξουαλικότητάς τους, ικανών να διαχειριστούν τις ζωές τους, το νομοσχέδιο, όπως τίθεται εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επανακωδικοποιεί με ιδιαίτερα επικίνδυνο και απάνθρωπο τρόπο την πατριαρχία προς όλ@ μας και μάλιστα με τρόπο υποχρεωτικό.
* μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης (ΕΚΠΑ)
