Συνολικά 119 αρχαιολόγοι που υπηρέτησαν στο υπουργείο Πολιτισμού «στο δεύτερο μισό του εικοστού και έως τα πρόσφατα χρόνια του εικοστού πρώτου αιώνα» ενώνουν τις φωνές τους με τους εν ενεργεία συναδέλφους τους και ζητούν από τον πρωθυπουργό και την πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟΑ να μην αποκόψουν τα πέντε μεγάλα μουσεία της χώρας από την Αρχαιολογική Υπηρεσία.
Στην «έκκληση», όπως τη χαρακτηρίζουν, αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι πληροφορήθηκαν με έκπληξη την αναγγελία για τη μετατροπή των πέντε μεγάλων μουσείων (Εθνικό Αρχαιολογικό, Βυζαντινό και Χριστιανικό, Αρχαιολογικό Θεσσαλονίκης, Βυζαντινού Πολιτισμού, Αρχαιολογικό Ηρακλείου) σε Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και επισημαίνουν:
«Αντιλαμβανόμαστε ότι η σημερινή Υπουργός Πολιτισμού -αρχαιολόγος και η ίδια- αντί να χαράσσει συνολική εθνική μουσειακή πολιτική, ενταγμένη σε ευρύτερους και επίκαιρους πολιτιστικούς σχεδιασμούς (έρευνα, παιδεία, πνευματική και κοινωνική ευαισθητοποίηση σε σύγχρονα εθνικά και παγκόσμια ζητήματα, κοινωνική συμμετοχή, πολιτιστική και τουριστική ανάπτυξη και αμοιβαία συνεργασία), σχεδιάζει με γνώμονα πολιτικές σκοπιμότητες και θεσπίζει, με ανεπαρκή επιχειρήματα και διατυπώσεις, μουσεία με “αυτοδιοίκηση” και “απαλλαγή από την κρατική ασφυξία”.
Αναρωτιόμαστε πώς, αλήθεια, ο κύριος Πρωθυπουργός, ο οποίος εγκαινίασε πρόσφατα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο την περιοδική έκθεση για τα 200 χρόνια της Σύγχρονης Ελλάδος με τον μακρυγιάννειο τίτλο “δι’ αυτά πολεμήσαμεν”, αποφασίζει να το αποκόψει μαζί με τα τέσσερα μεγαλύτερα μουσεία της χώρας από το ενιαίο νομικό καθεστώς που διέπει και ρυθμίζει τη μουσειακή πολιτική του αρχαιολογικού αποθέματος.
Η φράση “δι’ αυτά πολεμήσαμεν”, που διατυπώθηκε στις φλόγες της Επανάστασης, συνοψίζει καίρια το μεγάλο εθνικό έργο της ίδρυσης και λειτουργίας των λαμπρών μουσείων αλλά και τις προσπάθειες των αρχαιολόγων για την προβολή της Ιστορίας, των επιτευγμάτων και των πνευματικών ιδανικών του τόπου μας».
Η αποκοπή των μουσείων από τον κορμό της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας «θα επιφέρει την παύση της κινητικότητας της εξειδικευμένης επιστημονικής γνώσης. Θα σημάνει την παύση της δυνατότητας των μουσείων να “αιμοδοτούνται” (διορισμοί, αποσπάσεις ή μεταθέσεις) με αρχαιολόγους, μουσειολόγους, μουσειοπαιδαγωγούς, συντηρητές, αρχιτέκτονες, τεχνίτες, που κομίζουν πάντοτε την πολύτιμη εξειδίκευση και την εμπειρία τους τόσο για τα ίδια τα αρχαία όσο και για τους επισκέπτες, πρωτίστως τους μαθητές των σχολείων μας».
Επιπλέον, αυτή η αποκοπή, «θα επιφέρει και την αλλαγή των κριτηρίων επιλογής της διοίκησής τους. Θα σημάνει τη μετάβαση από ένα σύστημα επιστημονικών και διοικητικών κρίσεων ανάμεσα σε εκατοντάδες εξειδικευμένους επαγγελματίες του Υπουργείου, σε ένα σύστημα κυβερνητικών διορισμών Προέδρου και μελών Διοικητικών Συμβουλίων, που θα υπαγορεύεται από το κριτήριο του ενός, δηλαδή του εκάστοτε Υπουργού».
Το κείμενο υπογράφουν μεταξύ άλλων οι: Αγλαΐα Αρχοντίδου, Μαρία Βλαζάκη, Μίνα Γαλάνη-Κρίκου, Ισίδωρος Κακούρης, Αλεξάνδρα Καρέτσου, Ελένη Κουρίνου, Χαράλαμπος Κριτζάς, Πάντος Πάντος, Μαίρη Πάντου, Ελένη Παπάζογλου-Μανιουδάκη, Εφη Πουλάκη-Παντερμαλή, Γεώργιος Σταϊνχάουερ, Ολγα Τζάχου-Αλεξανδρή, Γιάννης Τζεδάκις, Αναστασία Τούρτα, Ευγενία Χαλκιά, Σουζάνα Χούλια-Καπελώνη, Αλκηστις Χωρέμη, κ.ά.
