Είναι κάποια πράγματα, μάλλον κάποιες συμπεριφορές, κυρίες και κύριοι, πού με αφήνουν ενεή, εμβρόντητη, σε κατάσταση να μην πιστεύω στα μάτια μου. Που με διαολίζουν, με τρελαίνουν και με κάνουν να θέλω να δαγκώσω με μανία.
Τις προάλλες πήρα τον Ταρζανάκο μας και πήγαμε να του πάρω παπούτσια απ’ τη Ν. Μάκρη. Χώρος να παρκάρω δεν υπήρχε πουθενά στην πλατεία. Κάναμε δυο βόλτες και ξαφνικά είδα μια θεσάρα νααα -με το συμπάθιο. Αλλά πριν προλάβω να μπω, χραπ! μπαίνει ένα άλλο Ι.Χ. Ο χώρος έπαιρνε άνετα 2 αυτοκίνητα. Αλλά ο οδηγός εκείνος, κάνοντας μπρος πίσω, κατάφερε να παρκάρει ακριβώς στο κέντρο! Ωστε να μη μένει χώρος για μένα.
Του κορνάρησα, με κοίταξε, κλείδωσε και βγήκε. Βγήκα κι εγώ και τον ρώτησα γιατί δεν έκανε λίγο μπρος ή πίσω να παρκάρω κι εγώ. Με κοίταξε καλά καλά, είπε ένα «Δεν μας παρατάς» και έφυγε. Τον περιέλουσα με όποια βρισιά μου ’ρθε εκείνη την ώρα στο στόμα -και φυσικά και τη λέξη από «μ»- και πολύ το φχαριστήθηκα, για να ’μαι ειλικρινής.
Στη γειτονιά μου, στον Μαραθώνα, ο δήμος έχει 4 κάδους για τα σκουπίδια. Οι τρεις είναι σε καλή κατάσταση. Τον τρίτο τον χάλασε -του έσπασε το καπάκι- ένα ανόητο παιδί, πατώντας για πλάκα με μεγάλη δύναμη το πεντάλ: το καπάκι άνοιξε αστραπιαία, χτύπησε πίσω κι έσπασε.
Από τότε, ο σπασμένος κάδος γνωρίζει δόξες: οι περισσότεροι τον προτιμούν διότι μπορούν να πετάνε σ’ αυτόν τις σακούλες τους χωρίς να βγαίνουν απ’ το αυτοκίνητό τους. Και χωρίς να τους ενοχλεί το ότι, καθώς δεν είναι και Σπανούληδες, συχνά οι σακούλες τους πάνε «στεφάνι κι έξω». Προς μεγάλη χαρά των αδέσποτων…
Τώρα, με την πανδημία, δεν μπαίνω σε κατάστημα όπου οι υπάλληλοι δεν φοράνε μάσκα. Μπήκα σ’ ένα, προχτές, κι ο τύπος τη φορούσε στο πηγούνι. «Βάλε καλά τη μάσκα σου», του είπα όσο πιο ήρεμα μπορούσα. Εκανε πως δεν άκουσε. Το ξανάπα, οπότε τη φόρεσε μουρμουρίζοντας. Τότε έκανα εγώ πως δεν άκουσα. Χτες πήγα σε άλλο μαγαζί, μπας κι εκεί φοράνε μάσκα. Ε, εκεί δεν φορούσε κανείς μάσκα, ούτε ο καταστηματάρχης. Καλά, δεν παιζόμαστε…
* Εχει να πει κι άλλα η Αλλοπάρ, αλλά θα κλείσω εγώ: Πριν από 15 μέρες είδα με τα μάτια μου κάτι απίστευτο: Μια οικογένεια, μπαμπάς, μαμά και δυο παιδιά 6-7 χρόνων, με γάντια στα χέρια, μάζευαν σκισμένες σακούλες και άλλα σκουπίδια γύρω απ’ τους κάδους της γειτονιάς μου και τα πέταγαν μέσα σ’ αυτούς με τον σωστό τρόπο! Μια ένεση αισιοδοξίας, ευτυχώς.
