Διαβάζω -και αναρωτιέμαι αν σωστά διαβάζω, αλλά ναι, σωστά διαβάζω- κείμενο του καθηγητή Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, Ευριπίδη Γαραντούδη («Εφ.Συν.», 21/2/2021): «Η ογκώδης ανθολογία “Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821”, που επιμελήθηκε ο συγγραφέας Κώστας Σταμάτης, έρχεται να καλύψει ένα υπαρκτό κενό καθώς, αν στους ειδικούς μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας τα ποιήματα για την Επανάσταση δεν είναι άγνωστα, το γενικό αναγνωστικό κοινό δεν τα διέθετε σε μια ευρεία ανθολογική παρουσίασή τους». Καλώς, λέω, τα κενά πρέπει να καλύπτονται.
Αμέσως όμως μετά διαβάζω το εξής: «Είχε προηγηθεί, πριν από μια δεκαετία, το 2011, η ανθολογία του ποιητή Ηλία Γκρη “Το 1821 στην ελληνική ποίηση” (Κέδρος) που, όμως, με τα 140 ποιήματα που περιέλαβε είναι σχεδόν μισή σε έκταση συγκρινόμενη με την ανθολογία του Σταμάτη». Μάλιστα.
Τι συμπεραίνει ακόμη και ο μη επιμελής αναγνώστης; Το πρώτο που έρχεται στον νου είναι ότι ο καθηγητής έβοσκε κάπου αλλού την ώρα που [υπο]τύπωνε αυτήν την παράγραφο -διότι δεν είναι δυνατό να αποφαίνεσαι ότι υπάρχει κενό και εν συνεχεία να λες ότι δεν υπάρχει, αφού έχει προηγηθεί ίδια ανθολόγηση, από άλλον δημιουργό. Καθόλου καλά δεν τα λέει ο κύριος καθηγητής.
Καθόλου επιστημονικό δεν είναι να μιλάς για κενό την ώρα που ο ίδιος ομολογείς ότι δεν είναι κενό, αλλά, άκουσον!, η προηγούμενη πανομοιότυπη συλλογή «είναι σχεδόν μισή σε έκταση συγκρινόμενη με την ανθολογία του Σταμάτη». Τι μας λέει ο ειδήμων καθηγητής; Οτι η ποσότητα είναι αυτή που μετράει, ο όγκος και όχι βεβαίως η ποιότητα, η ουσία.
Η ουσία λοιπόν είναι, όπως προκύπτει από την ανάγνωση, ότι ο εν λόγω καθηγητής προσπαθεί να υποβιβάσει την προηγούμενη ανθολογία [απορώ πραγματικά πώς είναι δυνατό κάτι τέτοιο] και το κάνει αυτό με άκομψο και αντιεπιστημονικό τρόπο. Ακατανόητος ο λόγος του, καθότι κραυγαλέα αντιφατικός.
Ηθελα να γράψω για το νέο, άρτι εκδοθέν, πόνημα (δοκίμιο) του πρώτου ανθολόγου, του ποιητή Ηλία Γκρη, με τίτλο «Σπαθιά και μετερίζια» και υπότιτλο «Το Εικοσιένα και η ποίησή του», εκδόσεις Διαπολιτισμός, που, όπως σημειώνει ο ίδιος, είναι «καρπός εικοσαετούς μόχθου».
Εδώ ο ποιητής προσπαθεί να καταγράψει την πραγματική έννοια της λέξης «πατρίδα» και την οποία συνυφαίνει με την ανεξαρτησία του τόπου, την αποτίναξη της δουλείας [με την ελευθερία] και ταυτόχρονα με την κοινωνική δικαιοσύνη.
Την απαλλάσσει από επικολυρικούς μύθους, εθνικά ψεύδη και θρησκευτικές ιδεοληψίες. Την εντάσσει στο πλαίσιο των παγκόσμιων [ευρωπαϊκών κυρίως] γεγονότων της εποχής και την αποκαθαίρει από μικροκομματική, άμα τε και εθνική εκμετάλλευση. Χωρίζεται σε τρία μέρη, το δεύτερο εκ των οποίων περιλαμβάνει [ξανά] ποιήματα που έχουν γραφεί για την Επανάσταση του 1821 -στα άλλα δύο καταθέτει τις απόψεις του για το νόημα πρωτοφανούς αυτής εξέγερσης. (Αναλυτικότερα σε επόμενο σημείωμα).
