Υπάρχουν πολλών λογιών άνθρωποι που θα συναντήσει κανείς στα λιμάνια. Εκείνοι που φεύγουν βιαστικοί, εκείνοι που έρχονται βαριεστημένοι, υπάρχουν αυτοί που βιοπορίζονται από τα λιμάνια και οι άλλοι που διαβιούν στα λιμάνια. Στις Πύλες Ε8 και Ε9 του λιμανιού του Πειραιά βρίσκεται μια μερίδα κόσμου που υφίσταται παράλληλα με τον δικό μας, που δεν έρχεται και δεν φεύγει από πουθενά. Παραμένει εκεί για να μας υπενθυμίζει τη διαχρονική παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος στη στέγη.
Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες από τότε που εντοπίστηκε νεκρός σε συνθήκες ψύχους ένας 49χρονος άστεγος στην Πύλη Ε8 του Πειραιά, ο οποίος τους τελευταίους μήνες είχε βρει καταφύγιο στις εγκαταστάσεις του λιμανιού. Λίγους μήνες πριν, όταν την περίοδο της πρώτης καραντίνας άστεγοι διέμεναν στο κλειστό λιμάνι με ελάχιστη επαφή με την υπόλοιπη κοινωνία, η λιμενική αστυνομία του Πειραιά, σύμφωνα με καταγγελία της παράταξης «Πειραιάς για Ολους», προχωρούσε σε εκδίωξη των περίπου 150 αστέγων, παίρνοντάς τους ταυτόχρονα τα ελάχιστα προσωπικά τους αντικείμενα και χωρίς να υπάρξει ουσιαστική πρόνοια για το πού θα μεταφερθούν.
Η αστεγία είναι μια παλιά ιστορία με βαθιές ρίζες, που επανέρχεται διαρκώς και –ελέω πανδημίας– με δυσμενέστερους όρους. Oι αόρατοι του δρόμου, οι ευάλωτοι και εκτεθειμένοι σε κάθε κίνδυνο έγιναν ξαφνικά «ορατοί» με την έναρξη της καραντίνας για να υπογραμμίσουν το τεράστιο έλλειμμα στις πολιτικές στέγασης, που εκτοξεύθηκε στα χρόνια της λιτότητας.
Εχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που πρωτοεμφανίστηκε ο όρος «νεοάστεγος», γέννημα κι αυτός της οικονομικής κρίσης. Σήμερα, όμως, βλέπουμε μια πληθυσμιακή ομάδα που μεγαλώνει τόσο ηλικιακά όσο και αριθμητικά και είναι πιο εκτεθειμένη από ποτέ.
Πολλαπλός κίνδυνος

Ο κίνδυνος που ελλοχεύει έχει πολλά πρόσωπα. Είναι ο ιός που πάντα προτιμά τους πιο αδύναμους, είναι οι ακραίες καιρικές συνθήκες που παραμονεύουν κάθε χειμώνα και κάθε καλοκαίρι, είναι και τα γηρατειά. Για τους ηλικιωμένους άστεγους αποφάσισε να κάνει κάτι το Κοινωνικό Παντοπωλείο Πειραιά.
Στα Καμίνια, στον 5ο όροφο ενός ξενώνα της UNESCO, δημιουργείται ένα κοινωνικό γηροκομείο για αστέγους. Πρόκειται για μια άτυπη δομή που προσπαθεί να καλύψει μια ανάγκη που τα τελευταία χρόνια διογκώνεται.
«Θα λειτουργεί ως ένας χώρος στον οποίο θα μπορέσουμε να προφυλάξουμε τους ηλικιωμένους, αλλά δεν θα είναι επίσημος. Ενα γηροκομείο προβλέπει πολλούς κανονισμούς και αυτή τη στιγμή εκτιμάται πως το νομικό πλαίσιο που υφίσταται σήμερα θα αλλάξει. Ολες οι σχετικές δομές θα οδηγηθούν προς μια πιο αυστηρή κατεύθυνση βάσει των όσων συμβαίνουν σε όλη την Ευρώπη με τα γηροκομεία», λέει ο κ. Μαρωνίτης, πρόεδρος του Ομίλου για την UNESCO Πειραιώς & Νήσων.
Πράγματι, και στην Ελλάδα, εκατοντάδες κρούσματα προέρχονται από γηροκομεία και οι μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων πλήττονται περισσότερο από κάθε άλλη δομή. Μέχρι σήμερα έχουν δει το φως της δημοσιότητας ειδήσεις για τουλάχιστον 20 περιπτώσεις μόλυνσης από τον κορονοϊό σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων από όλη τη χώρα.

Ο χώρος θα μπορεί να φιλοξενήσει περίπου 30 ηλικιωμένους άστεγους και φυσικά δεν επαρκεί για να καλύψει τους ευάλωτους του Πειραιά. «Πρόκειται για μια αυξημένη ανάγκη που έρχεται», συνεχίζει ο κ. Μαρωνίτης. «Πρόκειται για ανθρώπους που δεν άντεξαν την επέλαση των μνημονίων, ενώ πλέον το νομικό πλαίσιο θα καθιστά πιο εύκολες τις εξώσεις. Ειδικά τα τελευταία χρόνια είναι εντονότερη η εικόνα ηλικιωμένων που βλέπουμε στους δρόμους του Πειραιά, ενώ παλιότερα ήταν μέχρι περίπου 60 χρόνων οι άστεγοι που συναντούσαμε».
Στην πραγματικότητα, μόνο με το μάτι μπορεί κανείς να καταλάβει το μέγεθος του προβλήματος. Οι πληροφορίες που έχουμε στην Ελλάδα για τους άστεγους είναι ελλιπείς, η στατιστική τους φτωχή. Κάποιοι οδηγήθηκαν στον δρόμο λόγω εξαρτήσεων, άλλοι έρχονται στον Πειραιά από τα κοντινά νησιά επιζητώντας την ανωνυμία του αστικού κέντρου, άλλοι ήταν θύματα της κρίσης και άλλοι προϋπήρχαν της κρίσης.
Ολο το βιός του

Ενας από τους τελευταίους είναι και ο κύριος Γιάννης. «Είμαι ένα κινητό περίπτερο, έχω πάνω μου ό,τι αξίζει», λέει, με κάθε ρυτίδα στο πρόσωπό του να αποδεικνύει τα 67 του χρόνια και κρατώντας σφιχτά στα χέρια του ένα φάρμακο για το άσθμα. «Να, αυτό εδώ το κουτάκι κάνει σαράντα ευρώ», με πληροφορεί. Ολο το σπιτικό του βρίσκεται σε διάφορες σακούλες γύρω του: κουβέρτες, ρούχα, σταυρόλεξα. Το 2001, έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να βρει την τύχη του στη Γερμανία ως οικοδόμος, η εταιρεία που τον είχε προσλάβει για ένα εξάμηνο τον άφηνε επανειλημμένα απλήρωτο.
Χρεωμένος, γύρισε στον Πειραιά και χωρίς να μπορεί να ξαναβρεί εργασία στις οικοδομές, σύντομα οδηγήθηκε στην αστεγία. Είκοσι χρόνια μετά παραμένει στα Καμίνια και, όπως λέει, τον φροντίζει η γειτονιά: «Ολοι εδώ πέρα με αγαπούν και με προσέχουν. Εδώ μεγάλωσα, γέννημα θρέμμα. Μου δίνουν κάθε μέρα ένα πιάτο φαΐ, τα φάρμακά μου, ρούχα και κουβέρτες».
Δείχνει να μη τον ενδιαφέρουν τα θανατηφόρα αποτελέσματα του ιού, ούτε φυσικά ενημερώνεται για τα καθημερινά κρούσματα. «Αδειάζει κάθε τόσο η πόλη και όλοι μένουν σπίτια τους, έτσι μένουν αυτοί ασφαλείς κι εγώ μένω με την ησυχία μου, δεν πειράζει», μου λέει.
Κάποια βράδια τον αφήνουν να μένει σε έναν άδειο όροφο μιας πολυκατοικίας για να προστατεύεται από το κρύο «και από τους κλέφτες. Μου έχουν κλέψει τόσες φορές τα φάρμακα και τα χαρτιά μου τον τελευταίο καιρό που ούτε καν θυμάμαι πια», παραδέχεται. Είναι κάποια από τα σημαντικότερα ζητήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι που ζουν στον δρόμο: το κρύο, οι κλοπές και η απώλεια των εγγράφων τους, ειδικά τα βράδια, όταν βρίσκονται μόνοι τους σε μια άδεια πόλη.
Τον ρωτάω αν τα βράδια προτιμά έναν ξενώνα ύπνου αντί για τον δρόμο. «Δεν θα πήγαινα ποτέ σε ξενώνα. Σου ζητούν πάρα πολλά χαρτιά, πρέπει να περάσεις από γενεές δεκατέσσερις για να μπεις, έχουν αυστηρά ωράρια, ελέγχουν πότε έρχεσαι και πότε φεύγεις. Ακόμη και η τηλεόραση κλείνει πάντα στις εννιά το βράδυ», λέει και αμέσως μετά μου υπενθυμίζει πως ένας προσωρινός ξενώνας επιλύει την ανάγκη να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου αλλά δεν αντικαθιστά την ασφάλεια ενός σπιτιού: «Το βασικό μου πρόβλημα είναι πως δεν μπορώ να εμπιστευτώ εύκολα τους γύρω μου. Ο ιός μπορεί να είναι επικίνδυνος και ο δρόμος άγριος, αλλά τον έχω μάθει τόσα χρόνια. Εκεί δεν γνωρίζω κανέναν, άγνωστοι έρχονται και φεύγουν και δεν ξέρεις από πού μπορεί να σου εμφανιστεί ο κίνδυνος».
