Της πρόσφεραν κάποτε ένα εκατομμύριο δολάρια να γράψει την αυτοβιογραφία της κι αυτή αρνήθηκε. Η Κιμ Νόβακ, που και μόνο τον «Δεσμώτη του ιλίγγου» του Χίτσκοκ (1958) να είχε γυρίσει θα είχε μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου, διαχρονική σταρ και σύμβολο ομορφιάς και στιλ, είναι όμως μια ιδιαίτερη γυναίκα.
Καθόλου τυχαία δεν εγκατέλειψε τόσο γρήγορα την καριέρα της και το Χόλιγουντ, παντρεύτηκε έναν κοινό θνητό, τον κτηνίατρο Μπομπ Μαλόι, και έζησε μαζί του 45 ολόκληρα χρόνια. Τα πιο ευτυχισμένα της ζωής της. Ετσι λέει σήμερα, λίγους μήνες μετά τον θάνατό του, που βγαίνει από τη σιωπή της και δίνει μια μεγάλη εξομολογητική συνέντευξη στην «Guardian» για να προωθήσει ένα βιβλίο της γεμάτο με πίνακες ζωγραφικής της αλλά και μικρά προσωπικά κείμενα για τη ζωή της. «Η ζωγραφική με έσωσε», λέει, «μετά τον θάνατο του Μπομπ ένιωθα ότι δεν μπορούσα να ζήσω, γι’ αυτό και κάθισα και ζωγράφισα ένα πορτρέτο του για να επικοινωνώ μαζί του».
Με την ίδια απλότητα που αποκάλυψε κάποτε ότι στην εφηβεία της είχε βιαστεί και ότι στις αρχές του 2000 διαγνώστηκε με μανιοκατάθλιψη, η 88χρονη Κιμ Νόβακ γυρνάει πίσω στα παιδικά της χρόνια, αναφέρεται σε κάθε πτυχή της καριέρας της και για ακόμα μία φορά ξεκαθαρίζει:
«Εφυγα από το Χόλιγουντ γιατί δεν ήθελα να χάσω τον εαυτό μου. Επρεπε να φύγω για να σωθώ. Είναι συναρπαστικό να ντύνεσαι με πανέμορφα ρούχα, να νιώθεις και να φαίνεσαι σέξι. Είναι ωραίο, αλλά και παγίδα. Γιατί αρχίζεις να πιστεύεις ότι όλο αυτό σε ικανοποιεί, σου φτάνει. Αλλά όσο προχωράς στη ζωή, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι αρκετό, γερνάς και κανείς δεν σε προσέχει για την ομορφιά σου και απλώς καταρρέεις».
Και επιπλέον υπήρχε και το πρόβλημα των ρόλων που της έδιναν. «Ηθελα να με εκτιμάνε ως άνθρωπο, να αναγνωρίζουν όσα μπορούσα να προσφέρω» λέει. «Ενιωθα όμως ότι η δουλειά μου δεν σήμαινε πια τίποτα, ήξερα ότι ήμουν καλή καλλιτέχνις και ήθελα να εκφράσω όσα ένιωθα. Να εκφράσω τον εαυτό μου, όχι τον σεναριογράφο ή τον σκηνοθέτη. Ηθελα να παίξω δύσκολους ρόλους, γυναίκες με προβλήματα ψυχικής υγείας, ήξερα πώς ένιωθαν, θα έκανα καλή δουλειά».
Μη φανταστούμε ότι η Κιμ Νόβακ, κόρη δύο συντηρητικών, αυστηρών Τσέχων μεταναστών στο Σικάγο, γνώρισε μόνο τη σκληρή πλευρά της ζωής. Ξεκίνησε ως μοντέλο, κέρδισε τίτλους ομορφιάς και μπήκε εύκολα στο σινεμά, την ανακάλυψε το αφεντικό της «Κολούμπια», ο Χάρι Κον. Αυτός ήταν ο εφιάλτης της και όχι ο Αλφρεντ Χίτσκοκ, ο οποίος υποτίθεται ότι έκανε δύσκολη τη ζωή των ξανθών καλλονών που προσελάμβανε.
Οπως λέει στην «Guardian», ο Κον την αποκαλούσε «χοντρή, χαζή Πολωνέζα» και την ανάγκασε να κόψει τη φιλική σχέση της με τον Σάμι Ντέιβις Τζούνιορ επειδή ήταν μαύρος. «Ο Σάμι είχε ήδη χάσει σε δυστύχημα το ένα του μάτι και ο Χάρι με απείλησε ότι θα του βγάλει και το άλλο. Ημουν σίγουρη ότι θα έβαζε τους γκάνγκστερ φίλους του να το κάνουν».
Το «Vertigo» είναι φυσικά η αγαπημένη της ταινία. Χαίρεται που η κριτική την ανακάλυψε με καθυστέρηση και που πέρσι ψηφίστηκε από το British Film Institute ως η καλύτερη ταινία όλων των εποχών. «Ακόμα και με μένα οι κριτικοί είναι πια πολύ ευγενικοί» λέει. «Κι όμως, πάντα πίστευα ότι η ερμηνεία μου ήταν πιο μπροστά από την εποχή». Αλλά παραδέχεται ότι πολλές φορές δεν καταλάβαινε τι γινόταν στο γύρισμα και το έλεγε στον Χίτσκοκ. «Μα, αγαπητή μου, σε ένα μυστήριο δεν χρειάζεται όλα να έχουν νόημα» της απαντούσε.
Ο παρτενέρ της, ο Τζέιμς Στιούαρτ, από την άλλη ήταν εντυπωσιακά απλός και γήινος. «Μου ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι κάποιος που ζούσε τόσα πολλά χρόνια στο Χόλιγουντ, στην καρδιά του Μπέβερλι Χιλς, μπορούσε να παραμείνει τόσο αυθεντικός. Και μόνο γι’ αυτό του άξιζε τρόπαιο».
Κάτι που δεν ίσχυε για τον Φρανκ Σινάτρα, παρτενέρ της σε δύο ταινίες, αλλά και έναν από τους έρωτες της ζωής της. «Ο πραγματικός Σινάτρα ήταν ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος» λέει η Κιμ Νόβακ. «Αλλά παρασυρόταν από εκείνους που τον θεοποιούσαν και ξέχναγε την απλή, όμορφη πλευρά του εαυτού του. Ετσι, ενώ μπορούσε να είναι ευγενικός και πράος, γινόταν υπερόπτης, δεν άκουγε κανέναν παρά μόνο τον εαυτό του. Δεν ήθελα να του μοιάσω».
