Συμβολίζει τη γονιμότητα, την αλληλουχία των γενεών, αλλά και την εξέλιξη του ανθρώπου από τα σπάργανα ώς τα γηρατειά. Την εμπνεύστηκε περί τα τέλη του 19ου αιώνα ο Μοσχοβίτης τεχνικός παιδικών εκδόσεων Βασίλι Ζβεζντότσκιν. Κατασκεύασε στρογγυλή κουκλίτσα από ανθεκτικό και ελαφρύ ξύλο φτελιάς, την έκοψε στη μέση ώστε ν’ ανοιγοκλείνει κι έξυσε με σκαρπέλο το εσωτερικό της μέχρι να μείνει εντελώς κούφιο, όπου τοποθέτησε μικρότερη και πανομοιότυπη ετερόζυγη δίδυμη. Επανέλαβε άλλες έξι φορές και ανέθεσε στον διακεκριμένο ζωγράφο λαϊκών παραμυθιών Σεργκέι Μαλιούτιν να τις εικονογραφήσει.
Παραδοσιακή χωριάτικη ενδυμασία ονόματι «σαραφάν» –ντυμένη από το κεφάλι ίσαμε τα πόδια σημαίνει στα φαρσί– φόρεσε εκείνος στις κούκλες. Τους έδωσε τη μορφή της συμπαθούς «μπάμπουσκας» –γιαγιά στα ρωσικά– που αντιστοιχούσε στον Αη Βασίλη, καθώς από τις παραμονές των Χριστουγέννων έως τα Θεοφάνια τριγυρνούσε σαν την άδικη κατάρα σε πόλεις και χωριά, σύμφωνα με τους θρύλους, αναζητώντας τους Τρεις Μάγους από σπίτι σε σπίτι και μοιράζοντας δώρα στα παιδιά. Το τελικό αποτέλεσμα αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους και γρήγορα εξελίχθηκε σε εμπορική επιτυχία.
Ονόμασαν «ματριόσκα» το δημιούργημά τους οι δύο καλλιτέχνες και το παρουσίασαν το 1900 στην περίφημη Διεθνή Εκθεση του Παρισιού, όπου προκάλεσε ζωηρή εντύπωση και διαδόθηκε ανά την υφήλιο. Συνιστά τουριστική ατραξιόν, ανυπέρβλητο «ενθύμιον» σε πολλές χώρες και βαθμηδόν παίρνει τη μορφή πολιτικών και αστέρων του σινεμά, του θεάτρου, των γηπέδων και του πενταγράμμου. Ολοι μας έχουμε διασκεδάσει κατά καιρούς με «ματριόσκες» κι ας επιμένουνε να τις αποκαλούμε λανθασμένα «μπάμπουσκες».
Ρηξικέλευθοι και επινοητικοί, οι εκπρόσωποι του σύγχρονου ντιζάιν αντιγράφουν τη λογική της «μπάμπουσκας», προσδίδοντας χρηστικότητα και στιλ σε ευρεία γκάμα προϊόντων, όπως έπιπλα (τραπεζάκια, σκαμπό κ.λπ.), σκεύη μαγειρέματος ή δοχεία συντήρησης τροφίμων.
Οταν όμως μιμούνται τις «ματριόσκες» οι λοιμωξιολόγοι και η κυβέρνηση προκαλούνται τραγικές καταστάσεις. Εννοώ, προφανώς, τα αλλεπάλληλα λοκντάουν μέσα στα λοκντάουν που καταντούν τελικά να αποδυναμώνουν τα όποια μέτρα, προξενώντας έξαρση της πανδημίας. Πέρυσι την άνοιξη κηρύχθηκε γενικευμένος αποκλεισμός. Εκόντες άκοντες οι πολίτες κλείστηκαν στα τέσσερα ντουβάρια του σπιτιού τους και από τον φόβο είτε της μετάδοσης του κορονοϊού είτε επίδοσης προστίμων δεν ξεμυτούσαν ούτε με γερανό. Οι δρόμοι έμεναν άδειοι και η ερημιά στα κέντρα των μητροπόλεων θύμιζε Δεκαπενταύγουστο ή Πάσχα, το οποίο περάσαμε παρεμπιπτόντως στα μπαλκόνια μας.
Στη γειτονιά της εφημερίδας –Κολοκοτρώνη, πλατεία Καρύτση, Σύνταγμα– επικρατεί συνήθως πανδαιμόνιο. Την ως άνω περίοδο πιανόταν η ψυχή σου, αφού δεν κυκλοφορούσε κουνούπι. Σάμπως χαλαρώσαμε το καλοκαίρι κι απ’ τον Σεπτέμβρη και εντεύθεν επανήλθαν στοχευμένοι περιορισμοί. Τα κρούσματα ωστόσο πολλαπλασιάζονταν. Μαξίμου και ειδικοί απαντούσαν με κόντρα μέτρα, τα οποία αγνοήθηκαν επιδεικτικά. Φθάσαμε έτσι στο μη περαιτέρω. Και οι ειδήμονες απαντούν με νέο λοκντάουν γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ουδέποτε θα εφαρμοστεί.
