ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ντάνι Βέργου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μόνοι και αβοήθητοι από την κυβέρνηση δίνουν καθημερινά τη μάχη με τον κορονοϊό γιατροί και νοσηλευτές στα νοσοκομεία της Αττικής, όπου παραμένουν οι τραγικές ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές με ευθύνη της κυβέρνησης, η οποία παρακολουθεί ως θεατής το τρίτο σφοδρότερο επιδημικό κύμα να σαρώνει τη χώρα, ομολογεί την πλήρη αποτυχία της πολιτικής της αδιέξοδης στρατηγικής των λοκντάουν που ακολούθησε αίροντας ασφυκτικά μέτρα που προ ολίγου η ίδια είχε επιβάλει στην κοινωνία και προκαλεί με τις δηλώσεις των εκπροσώπων της.

Την ώρα που το τρίτο επιδημικό κύμα κορυφώνεται, με 1.514 κρούσματα χθες σε ελάχιστα τεστ (18.058), τον δείκτη θετικότητας να έχει ξεφύγει στο 8,38% και τον αριθμό των διασωληνωμένων σε ΜΕΘ να ξεπερνά κάθε προηγούμενο (674 χθες), η κυβέρνηση σχεδιάζει το άνοιγμα δραστηριοτήτων της οικονομίας, με πρώτα τα κομμωτήρια και τα καταστήματα περιποίησης νυχιών από σήμερα. Ιδίως γι’ αυτές τις δραστηριότητες γίνεται εξαίρεση στους περιορισμούς στις διαδημοτικές μετακινήσεις.

Παράλληλα, η βραδινή απαγόρευση κυκλοφορίας το Σαββατοκύριακο επανέρχεται από τις 7 στις 9, γεγονός που συνιστά έμμεση παραδοχή λάθους. Ο καθηγητής Ηλίας Μόσιαλος, και εκπρόσωπος της χώρας για τον κορονοϊό διεθνώς, σχολίασε (ΣΚΑΪ) ότι «επανήλθε ο ορθολογισμός» και ότι η έναρξη της απαγόρευσης «θα μπορούσε να πάει και αργότερα» εξηγώντας ότι αλλιώς συμπιέζεις την κινητικότητα σε μικρότερο χρονικό διάστημα διακινδυνεύοντας τη διασπορά. Πρότεινε μάλιστα και μεγαλύτερο άνοιγμα των πάρκων.

«Δεν υπάρχουν άλλες δυνατότητες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Εχουμε πλέον επιστρατεύσει όλες τις δυνάμεις μας, γι’ αυτό και απαιτείται η μέγιστη ευθύνη από όλους», είπε την Παρασκευή στην τακτική ενημέρωση του υπουργείου Υγείας ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Ακης Σκέρτσος, επιχειρώντας να καλύψει την ανεπάρκεια της κυβέρνησης μέσω του δόγματος της «ατομικής ευθύνης». Στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκε και η ανακοίνωση του κ. Σκέρτσου για δωρεάν τεστ στο σπίτι (self-test) – ένα για κάθε πολίτη την εβδομάδα από τις αρχές Απριλίου, παρ’ όλα τα ζητήματα αξιοπιστίας και εγκυρότητας που προκύπτουν.

Οι πολίτες θα διεξάγουν το τεστ μόνοι τους στο σπίτι και ως εκ τούτου θα έχουν την ευθύνη της επιτήρησης αλλά και της διασποράς του ιού. Ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος με ανακοίνωσή του δήλωσε ότι αιφνιδιάστηκε και ζητάει συνάντηση με τον υπουργό Υγείας. Από την πλευρά της η καθ’ ύλην αρμόδια Ελληνική Εταιρεία Ιατρικής Βιοπαθολογίας/Εργαστηριακής Ιατρικής (ΕΕΙΒΕΙ), σύμφωνα με πληροφορίες της «Εφ.Συν.», ετοιμάζει ανακοίνωση στην οποία εκφράζει την κάθετη αντίθεσή της στην εφαρμογή των self-tests για την ανίχνευση του αντιγόνου SARS-CoV-2, επισημαίνει ότι κάθε διαγνωστική εξέταση αποτελεί ιατρική πράξη και σημειώνει ότι η απόρριψη των επικίνδυνων ιατρικών αποβλήτων πρέπει να γίνεται από αρμόδιο πιστοποιημένο φορέα. Με βάση δε τις οδηγίες των επίσημων οργανισμών δημόσιας υγείας (WHO, ECDC, CDC, FDA) υπογραμμίζει ότι τα τεστ αυτά έχουν ικανοποιητική αξιοπιστία σε άτομα θετικά αλλά συμπτωματικά, όταν δεν χρειάζεται επανέλεγχος με μοριακό τεστ.

Υπογραμμίζει επίσης ότι στα ασυμπτωματικά ή προσυμπτωματικά άτομα, που ευθύνονται για το 20% και το 44% της διασποράς του ιού αντίστοιχα, και σε όσους έχουν χαμηλό ιικό φορτίο, τα τεστ αυτά δίνουν υψηλά ποσοστά ψευδών αρνητικών αποτελεσμάτων, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο του εφησυχασμού και της χαλάρωσης της τήρησης των μέτρων προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, είτε θετικών είτε αρνητικών τεστ αυτοεξέτασης, αναδεικνύουν οι βιοπαθολόγοι ότι θα πρέπει να ενημερώνεται ο θεράπων γιατρός καθώς και να καταχωρούνται τα αποτελέσματα στο Εθνικό Μητρώο Covid-19.

Η ΕΕΙΒΕΙ θυμίζει ότι εδώ και ένα χρόνο ζητά τη συνταγογράφηση των μοριακών τεστ, αλλά παρότι κοστολογήθηκε από το υπουργείο Ανάπτυξης δεν προχώρησε η συνταγογράφηση από τον ΕΟΠΥΥ. Στα ερωτηματικά γύρω από την εγκυρότητα αλλά και την αξιοπιστία των τεστ αναφέρθηκε και ο Ηλ. Μόσιαλος, «αν τα έχει εγκρίνει ο ΠΟΥ, o FDA ή άλλοι αξιόπιστοι οργανισμοί», καταλήγοντας ότι «πρέπει να ξέρουμε και τα προβλήματα, να μη θεωρήσουμε ότι θα λυθούν τα προβλήματα με τη χρήση αυτού του μέτρου μόνο».

Οι ανταποκρίσεις των υγειονομικών από τις εφημερίες των νοσοκομείων είναι αγωνιώδεις. «125 διασωληνωμένοι νοσηλεύονται εκτός ΜΕΘ», λέει στην «Εφ.Συν» ο αντιπρόεδρος της ΕΙΝΑΠ, Ηλίας Σιώρας, τα νοσοκομεία ξεκινούν τις εφημερίες τους με όλα τα κρεβάτια ΜΕΘ κατειλημμένα, όπως το «Αττικόν» χθες, και με παρέλαση ασθενοφόρων. Κι ενώ το σύστημα υγείας κατακλύζεται, η κυβέρνηση παρακαλάει τον ιδιωτικό τομέα να βάλει πλάτη με το αζημίωτο φυσικά, με τον πρωθυπουργό να εξηγεί σε συνέντευξή του («Βήμα») αναφερόμενος στους ιδιώτες γιατρούς που δεν προσέρχονται ότι «δεν αρκεί μόνο να τον υποχρεώσουμε. Πρέπει και να τον εμπνεύσουμε να το κάνει», την ώρα που στην τελευταία προκήρυξη για το ΕΣΥ συνωστίζονται δεκάδες γιατροί όλων των ειδικοτήτων αλλά και των κρίσιμων για την Covid – πνευμονολόγοι, αναισθησιολόγοι, εντατικολόγοι.

Στην αντεπίθεση βγήκε ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος, η ηγεσία του οποίου πρόσκειται στη Ν.Δ. και ο πρόεδρός του, Αθ. Εξαδάκτυλος, είναι μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας. Ο Σύλλογος κατέρριψε το αφήγημα της κυβέρνησης και κατέδειξε την «υποστελέχωση του ΕΣΥ», υπογραμμίζοντας την κυβερνητική ολιγωρία, αφού «εδώ και μήνες δεν έχουν γίνει μόνιμες προσλήψεις στο ΕΣΥ και στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας». Της προτείνει δε να προχωρήσει σε προσλήψεις ειδικευμένων γιατρών που έχουν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον σε όλες τις προκηρύξεις που εκκρεμούν, με τριετή σύμβαση και στη συνέχεια ως μόνιμων, καθώς και γιατρών που βρίσκονται σε λίστα αναμονής για την ειδικότητά τους, όσων την έχουν ολοκληρώσει αλλά δεν έχουν δώσει εξετάσεις, και των εξειδικευμένων γιατρών στην Εντατικολογία με ορίζοντα μονιμότητας.

Επιπλέον ζητά την άρση της αστικής ευθύνης των γιατρών και την επαναπρόσληψη των πρώην γιατρών ΙΚΑ στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, που θυμίζουμε ήταν η διαλυτική παρέμβαση με τον νόμο 4238/2014 του υπουργού Ανάπτυξης Αδωνη Γεωργιάδη (τότε υπουργού Υγείας) που είχε αποτέλεσμα απολύσεις προσωπικού, απαξίωση εργαστηρίων και μετακύλιση πόρων στον μεγαλοϊδιωτικό, κρατικοδίαιτο φορέα.