Ετσι μεταφράσαμε στα ελληνικά: επιτραπέζια αντισφαίριση, το γνωστό άθλημα ping pong που επινόησαν οι, κοσμοκράτορες τότε, Εγγλέζοι, το τελευταίο τέταρτο του προπερασμένου αιώνα ως χωνευτική αναψυχή, κυριολεκτικώς απογευματινή: μετά το γεύμα. Αυτό θα πει πολιτισμός: να τρως καλά και εκλεκτά, τα εδώδιμα και τα αποικιακά, να πίνεις τσάι την ίδια ώρα με τη βασίλισσα: «five o’ clock», ας είσαι και στου διαόλου τη μάνα από το νησί του Ηνωμένου Βασιλείου, και μετά να παίζεις κι ένα πινγκπονάκι, όπως το λέγαμε τότε στα σφαιριστήρια.
Με τον καιρό μπήκαν και κανόνες, εξελίχθηκε σε κανονικό άθλημα, πέρασε και στα ολυμπιακά αθλήματα με τη Σεούλ το 1988. Στην πολιτική πέρασε πολύ μετά, με μεταφορική σημασία, ως συνώνυμο της απόσεισης ευθυνών: στέλνω χτυπώντας με τη ρακέτα το μπαλάκι στην περιοχή (της ευθύνης) σου και εσύ, αντιχτυπώντας, το επαναφέρεις στην περιοχή (της ευθύνης) μου.
Ενδιαφέρον, επίσης επί πολιτικής μεταφοράς, έχουν κάποιοι κανονισμοί του πινγκ πονγκ: Ο παίκτης π.χ. πρέπει να χτυπήσει την μπάλα έτσι, ώστε να αναπηδήσει μία φορά στο δικό του μισό του τραπεζιού και τουλάχιστον μία στου αντιπάλου. Αν η μπάλα χτυπήσει φιλέ, αλλά δεν χτυπήσει στη μεριά του αντιπάλου, τότε ο αντίπαλος κερδίζει πόντο. Ομως, αν χτυπήσει φιλέ, αλλά προχωρήσει και αναπηδήσει στην άλλη πλευρά, τότε έχουμε net· μπλέκουμε σε δίχτυ. Οπότε το παιχνίδι σταματά, ο παίκτης ξανασερβίρει… και αυτό μπορεί να γίνεται επ’ άπειρον, διότι το νετ (δίχτυ) δεν έχει ποινή, βρέξει-χιονίσει, έρθει-δεν έρθει το ρεύμα. Στο τέλος… νετάρει ο θεατής.
Εγινε αντιληπτό γιατί ο πρωθυπουργός μίλησε για πινγκ πονγκ των αρμοδίων με την κακοκαιρία; Οτι πήρε κι αυτός ρακέτα και μπαλάκι, μπήκε στο παιχνίδι και χτύπησε νετ; Ή να πούμε λίγα ακόμα στο αυριανό σετ; Ομολογώ, σκέφτομαι αν έχει νόημα…
