Μας έχουν σμπαραλιάσει τα άνοιξε-κλείσε, τα ακορντεόν (με τα φάλτσα τους), τα λοκντάουν, τα πάρε (και) δρόμο που αλλιώς το λένε και τέικεγουέι, όλα αυτά τα πάρε-δώσε του κορονοϊού που χώθηκαν στη γλώσσα μας και μας έχωσαν βαθιά στα σπίτια μας. Το δε τελευταίο Σαββατοκύριακο, εν Αθήναις και αλλαχού της επικρατείας, σε μία ιδιότυπη φυλάκιση ένδεκα ωρών: έξι το απόγευμα με πέντε το πρωί, ζωή να ’χουμε, και δεν έχω καμιά διάθεση για περισσότερα σχόλια. Ετσι κι αλλιώς, και που τα σχολιάζουμε, εμείς τα λέμε, εμείς τ’ ακούμε. Οι άλλοι, το χαβά τους.
Τέλος πάντων, ήταν ένα παιχνίδι, που το παίζαμε παιδιά στις γειτονιές, που όπως όλα τα παιχνίδια, είχε κι αυτό τις παραλλαγές του. Αλλιώς π.χ. το παίζαμε και το λέγαμε εμείς στους Αμπελοκήπους, αλλιώς (είδα τώρα στο Διαδίκτυο) το παίζανε τα παιδιά στην επαρχία. Ηταν πάντως μια παραλλαγή του κυνηγητού, που εμείς το λέγαμε «κοκαλωτό» και άλλοι «κόκαλο». Επειδή το παιδί/θήραμα, μόλις το ακουμπούσε το παιδί/κυνηγός «κοκάλωνε» (όπως «κοκαλώνουμε» τώρα στα σπίτια μας από νυκτός έως πρωίας). Οπου για να «ξεκοκαλώσει» (και να ξαναμπεί στο παιχνίδι), έπρεπε να το ακουμπήσει ένα παιδί άπιαστο (ελεύθερο) προφέροντας, με το άγγιγμα, τη φράση «φτου ξελευτερία» [εδώ το «φτου», υποθέτω, με σημασία εξορκισμού, όπως λέμε: «φτου, μη βασκαθείς!»].
Ε, αυτό το «φτου ξελευτερία» το είδα (και το ένιωσα) χθες στον Υμηττό, σε όλο το μεγαλείο απελευθέρωσης της παιδικής μας αθωότητας. Μικρό παράδειγμα: Ανηφορίζοντας, κατά τις εφτάμισι, μετά την Κατεχάκη, ήταν παρκαρισμένα τρία αυτοκίνητα. Μία ώρα μετά, που επέστρεψα (ενθουσιάστηκα, ήταν και κατάλληλος ο καιρός, περπάτησα πολύ), αδιαχώρητο! Οχι αμάξι, δεν χωρούσε ούτε πατίνι! Ασε τα αυτοκίνητα, οι ποδηλάτες και οι δρομείς που ανηφόριζαν… Λευτερώθηκε ο κόσμος. Λευτερωθήκαμε!
