ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν το 2000, ακριβώς στην αρχή της χιλιετίας, της «νέας εποχής», όταν στο φεστιβαλικό κινηματογραφικό κύκλωμα πυροδοτήθηκε το αρχέγονο ένστικτο. Ενας δημοσιογράφος λιποθύμησε στην προβολή του πρωτοεμφανιζόμενου στα διεθνή πράγματα Κιμ Κι-ντουκ, του 40χρονου τότε, δημιουργού από τη Νότια Κορέα. Η ταινία ήταν «Το Νησί» κι επέμενε, όπως κι όλο το μετέπειτα έργο του, σ’ έναν επώδυνο και καθαρτικό συνδυασμό ακραίου πόνου και συγχώρεσης, έρωτα και βίας, σε δυσβάσταχτη ένταση.

Εκεί γεννήθηκε το άστρο του Κιμ Κι-ντουκ, που έλαμψε για περίπου μια δεκαετία ακόμα και για άλλη μια έψαχνε το φως του. Ακολούθησε, το 2003, το «Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας και… Ανοιξη», η και ώς τώρα διασημότερη ταινία του, που αγαπήθηκε ιδιαίτερα και από το ελληνικό κοινό, φέρνοντας, άλλωστε, τον σκηνοθέτη της και στην Αθήνα, προσκεκλημένο από τις Νύχτες Πρεμιέρας.

Ο Κιμ Κι-ντουκ ακολουθήθηκε και τιμήθηκε όσο λίγοι σύγχρονοι σκηνοθέτες, φέροντας στους ώμους του και την ευθύνη, μαζί με τον Παρκ Τσαν-γουκ, της διάχυσης στον κόσμο του νέου κορεάτικου σινεμά. Βραβεύτηκε σε όλες τις σπουδαίες κινηματογραφικές διοργανώσεις, με την Αργυρή Αρκτο Σκηνοθεσίας του Φεστιβάλ Βερολίνου για το «Samaria» το 2004, με τον Αργυρό Λέοντα Σκηνοθεσίας του Φεστιβάλ Βενετίας για το «3-Iron» («Ολομόναχοι Μαζί») το 2004, με τον Χρυσό Λέοντα για το «Pietà» το 2012 και με το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας του τμήματος Ενα Κάποιο Βλέμμα του Φεστιβάλ Κανών για το «Arirang», το 2011.

Εκεί, στο «Arirang», ένα αυτοβιογραφικό ντοκιμαντέρ ενδοσκόπησης, θα έλεγε κανείς, ο Κιμ Κι-ντουκ ήρθε αντιμέτωπος με τον εαυτό του και μας ανάγκασε να κοιτάξουμε στον καθρέφτη του. Ενός ανθρώπου καταθλιπτικού, αλκοολικού, βίαιου (δέχτηκε επανειλημμένα κατηγορίες σεξουαλικής, σωματικής και λεκτικής βίας από ηθοποιό του και οργισμένες καταγγελίες για κακοποίηση ζώων στις ταινίες του), αδύναμου ή απρόθυμου να γίνει ένας από τους «μεγάλους διεθνείς» του σινεμά, μια συγκρουσιακή προσωπικότητα στο όριο του αποδεκτού, όπως και οι πιο πρόσφατες ταινίες του, παρότι, πεισματικά παραγωγικός, έκανε 25 φιλμ σε ισάριθμα, ακριβώς, χρόνια.

Ο Κιμ Κι-ντουκ έφυγε στις 11 Δεκεμβρίου, στα 59 χρόνια του, από επιπλοκές σχετιζόμενες με τον Covid-19. Πέθανε στη Λετονία, όπου βρισκόταν από τα μέσα Νοεμβρίου με σκοπό, όπως αναφέρει ο Βιτάλις Μάνσκις, διευθυντής του ArtDocFest στη Ρήγα, ν’ αγοράσει ένα σπίτι και να πάρει άδεια παραμονής. Δεν εμφανίστηκε στην προγραμματισμένη συνάντησή του στις 10 Δεκεμβρίου κι οι συνάδελφοί του άρχισαν να τον αναζητούν στα νοσοκομεία.

Η διερμηνέας του σκηνοθέτη, Ντάρια Κρουτόβα, επιβεβαίωσε την είδηση του θανάτου του. Εφυγε αμφιλεγόμενος, άνισος, έχοντάς μας χαρίσει μια χούφτα αριστουργήματα κι ένα σκοτεινό παρασκήνιο, με το προφίλ ενός ιδιοφυούς αλαζόνα, ενός υπερευαίσθητου ποιητή ή ακόμα κι ενός εγκληματία.